Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μισώ [μισῶ] μι-σώ ρ. (μτβ.) {μισ-είς ... | μίσ-ησα, -ήσει, -είται κ. -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας}: νιώθω μίσος για κάποιον ή κάτι: ~ούσαν θανάσιμα ο ένας τον άλλο.|| ~ την αδικία/την υποκρισία/το ψέμα. Πβ. απεχθάν-, αποστρέφ-, εχθρεύ-, σιχαίν-ομαι. ΑΝΤ. αγαπώ (1) ● ΦΡ.: ο συ μισείς, ετέρω μη ποιήσης: μην κάνεις στους άλλους αυτό που δεν αρέσει σε σένα., τον πλούτο(ν) πολλοί εμίσησαν, τη(ν) δόξα(ν) ουδείς (γνωμ.): για να δηλωθεί η υπεροχή της φήμης έναντι του πλούτου. [< αρχ. μισῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.