Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • μονιμότητα μο-νι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ιδιότητα του μόνιμου: ~ των δημοσίων υπαλλήλων. ~ στην εργασία. Άρση/κατάργηση της ~ας. Βλ. -ότητα, σταθερότητα. ΑΝΤ. προσωρινότητα [< μτγν. μονιμότης, γαλλ. permanence]

-ότητα

-ότητα(λόγ.) επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. κατάσταση ή χαρακτηριστικό: αυστηρ~/γνησι~/προνοητικ~. Βλ. -ύτητα.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Oσι~/παναγι~. Αγι~/ιερ~ (ΣΥΝ. -οσύνη). 2. (περιληπτ., παράγ. από ουσ.) σύνολο ατόμων με κοινή ιδιότητα: αδελφ~/ανθρωπ~. [< αρχ. -ότης]