Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • μονογονεϊκός , ή, ό μο-νο-γο-νε-ϊ-κός επίθ.: που αναφέρεται στον ένα γονέα: ~ό: επίδομα/νοικοκυριό. Βλ. δι~. συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μονογονεϊκή οικογένεια: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. που αποτελείται από ένα γονέα, κυρ. τη μητέρα, και ένα τουλάχιστον παιδί που βρίσκεται υπό την κηδεμονία της/του. Βλ. εκτεταμένη/διευρυμένη οικογένεια, ελεύθερη ένωση, πυρηνική οικογένεια. [< αγγλ. single-/one-parent family, 1969, γαλλ. famile monoparentale, 1975]