Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μονογονεϊκός , ή, ό μο-νο-γο-νε-ϊ-κός επίθ.: που αναφέρεται στον ένα γονέα: ~ό: επίδομα/νοικοκυριό. Βλ. δι~. συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μονογονεϊκή οικογένεια: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. που αποτελείται από ένα γονέα, κυρ. τη μητέρα, και ένα τουλάχιστον παιδί που βρίσκεται υπό την κηδεμονία της/του. Βλ. εκτεταμένη/διευρυμένη οικογένεια, ελεύθερη ένωση, πυρηνική οικογένεια. [< αγγλ. single-/one-parent family, 1969, γαλλ. famile monoparentale, 1975]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.