Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μορφωμένος , η, ο μορ-φω-μέ-νος επίθ.: που διαθέτει παιδεία, καλλιεργημένος. Πβ. πολυδιαβασμένος. ΣΥΝ. γραμματισμένος ΑΝΤ. ακαλλιέργητος (2), αμαθής, αμόρφωτος [< μεσν. μορφωμένος 'διαμορφωμένος', γερμ. gebildet]