Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- μουσική μου-σι-κή ουσ. (θηλ.) 1. η τέχνη της διάταξης των ήχων μουσικών οργάνων και φωνών σε σύνολο με μελωδία, ρυθμό και αρμονία, η σχετική δημιουργία καθώς και το σύνολο των έργων και μορφών της τέχνης αυτής: απαλή/ατμοσφαιρική/βυζαντινή/γλυκιά/δημοτική/δυτική/εκκλησιαστική/ελαφρά/ελληνική/εμπορική/ευρωπαϊκή/(ηλεκτρο)ακουστική/ηχογραφημένη (βλ. κασέτα, σιντί)/κινηματογραφική/λαϊκή/μοντέρνα/οργανική/ξένη/παιδική/παραδοσιακή/πειραματική (: που χρησιμοποιεί νέες τεχνικές ήχου)/πένθιμη/ποιοτική/ρεμπέτικη/σκηνική/σοβαρή/στρατιωτική/σύγχρονη/συμφωνική/χαρούμενη/χορευτική/χορωδιακή/φωνητική/ψηφιακή ~. ~ έθνικ/πανκ/ποπ/ραπ/ροκ/τζαζ. (ΚΙΝΗΜ.) ~ αγωνίας. ~ για βιολί/θέατρο (βλ. όπερα)/μπαλέτο/ορχήστρα/πιάνο. Η ~ της εκδήλωσης/παράστασης/ταινίας. Ακούω/ασχολούμαι με (την)/γράφω/μαθαίνω/συνθέτω ~. Βάζω ~ σε ένα ποίημα (= μελοποιώ). Αίθουσα/ακρόαση/βραδιά/είδη/θεωρία/ιστορία (βλ. μουσικολογία)/κομμάτι/κριτική (πβ. μουσικοκριτική)/μάθημα ~ής. ~ και στίχοι του τραγουδιού. Η ~ εξημερώνει τα ήθη. Μετά ~ής (= με συνοδεία ~ής).|| (συνεκδ.) Η ~ του δήμου (= μπάντα). Παίζει συνεχώς την ίδια ~ (: τα ίδια τραγούδια). 2. ήχος με μουσικό, ρυθμικό τόνο, μουσικότητα, μελωδικότητα: ~ της βροχής/της θάλασσας/των κυμάτων/των πουλιών/της φύσης. Η ~ της γλώσσας/των λέξεων/του στίχου. Η φωνή της είναι ~ στα αυτιά μου. 3. γραφική αναπαράσταση μουσικών ήχων, παρτιτούρα: χαρτί ~ής (πβ. πεντάγραμμο). Διαβάζω ~ (βλ. νότα). ● Υποκ.: μουσικούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονική μουσική: είδος σύγχρονης μουσικής που χρησιμοποιεί ηλεκτρονικά μέσα για την παραγωγή του ήχου καθώς και για την επεξεργασία του μουσικού έργου. Βλ. ελεκτρόνικα, συνθεσάιζερ, τέκνο. [< αγγλ. electronic music, περ. 1930] , θεωρητικά (της) Μουσικής: θεωρία της Μουσικής (αρμονία, αντίστιξη, φούγκα, τονική σύνθεση): ανώτερα ~ ~., απόλυτη μουσική βλ. απόλυτος, ατονική μουσική βλ. ατονικός2, ενόργανη μουσική βλ. ενόργανος, έντεχνη μουσική βλ. έντεχνος, κλασική μουσική βλ. κλασικός, μαύρη μουσική βλ. μαύρος, μουσική δωματίου βλ. δωμάτιο, μουσική μορφολογία βλ. μορφολογία, προγραμματική μουσική βλ. προγραμματικός, σειραϊκή μουσική βλ. σειραϊκός, συγκεκριμένη μουσική βλ. συγκεκριμένος, τροπική μουσική βλ. τροπικός, τσιγγάνικη μουσική βλ. τσιγγάνικος ● ΦΡ.: ξύλο μετά μουσικής βλ. ξύλο [< αρχ. μουσική, ιταλ. musica, γαλλ. musique, αγγλ. music, γερμ. Musik]
απόλυτος
απόλυτος, η, ο [ἀπόλυτος] α-πό-λυ-τος επίθ. 1. πλήρης, ολοκληρωτικός και κατ' επέκτ. αδιαμφισβήτητος: ~ος: σεβασμός (των δικαιωμάτων του παιδιού). ~η: ανάγκη (= επιτακτική)/ανεξαρτησία/δύναμη/ελευθερία/επιτυχία/ευθύνη/πειθαρχία/προτεραιότητα/τάξη. ~ο: δόγμα/(ΦΙΛΟΣ.) κακό/καλό. Καθολική και ~η απαγόρευση. Αναζήτηση της ~ης αλήθειας/γνώσης. Με ~η ακρίβεια/βεβαιότητα/πιστότητα/σαφήνεια. Έχουν τον ~ο έλεγχο. ~η ησυχία! Έχεις ~ο δίκιο.|| (λόγ.) Άτομο της απολύτου εμπιστοσύνης μου.|| (ΝΟΜ.) ~οι λόγοι απαραδέκτου.|| ~ος: άρχοντας/μονάρχης (: που έχει ~η εξουσία).|| (προφ.-εμφατ. + άρθ.) Ο ~ έρωτας! Η ~η ασυνεννοησία/ευτυχία/καταστροφή/ομορφιά! Επικρατεί η ~η σιωπή/το ~ο σκοτάδι! Ξεκίνησε από το ~ο μηδέν (= από το τίποτα)! Ο ~ σταρ! (= ο ένας και μοναδικός, ο τέλειος). Το ~ο αρσενικό/θηλυκό. 2. αδιάλλακτος: Μην είσαι τόσο ~ (στις απόψεις σου)! Πβ. δογματ-, κατηγορηματ-, μονολιθ-ικός. 3. (για μέγεθος) πραγματικός ως προς την τιμή του (βάσει συγκεκριμένης συνήθ. μονάδας μέτρησης), που δεν υπολογίζεται σε σχέση με κάτι άλλο: ~ος: χρόνος. ~η: αξία (ποσού)/ηλικία πετρωμάτων (σε χρόνια)/σύγκλιση/ταχύτητα. ~ες: συντεταγμένες.|| (ΦΥΣ.) ~η: πίεση (: που ξεκινά από το τέλειο κενό).|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) Μέση ~η απόκλιση. Σε ~ους αριθμούς/όρους, η αύξηση είναι ... ΑΝΤ. σχετικός (2) ● επίρρ.: απόλυτα & απολύτως (εμφατ.): ολοκληρωτικά, εντελώς: ~ απαραίτητος/ασφαλής/ικανοποιημένος/κατανοητός/σαφής/σίγουρος/υγιής. Αφοσιώνομαι/διαφωνώ/εμπιστεύομαι (κάποιον)/καταλαβαίνω/συμφωνώ/ταιριάζω (με κάποιον) ~α. Δεν κάνω/δεν παθαίνω ~ως τίποτα (πβ. τελείως). Δεν έχω καμία ~ως σχέση με την υπόθεση. Δεν φέρω καμία ~ως ευθύνη. Δεν αντιμετωπίζω κανένα ~ως πρόβλημα. ● ΣΥΜΠΛ.: απόλυτη θερμοκρασία: ΦΥΣ. που ξεκινά από το απόλυτο μηδέν: ελάχιστη/μέγιστη ~., απόλυτη μετοχή/απόλυτο απαρέμφατο: ΓΡΑΜΜ. (στην αρχ. Ελληνική) μετοχή ή απαρέμφατο που δεν εξαρτάται άμεσα από τους βασικούς όρους μιας πρότασης (το υποκείμενο ή το αντικείμενο): τούτου δοθέντος, ούτως ειπείν. Βλ. συνημμένη μετοχή. [< νεολατ. absolutus] , απόλυτη μουσική: ΜΟΥΣ. που βασίζεται στην καθαρή έμπνευση και πηγάζει από την μουσική την ίδια και όχι από εικόνες ή συναισθήματα. Βλ. προγραμματική μουσική., απόλυτη τιμή: ΜΑΘ. η τιμή (συμβ. |x|) πραγματικού αριθμού που ισούται με τον ίδιο τον αριθμό χωρίς πρόσημο. [< αγγλ. absolute value, 1907] , απόλυτο αριθμητικό: ΓΡΑΜΜ. που φανερώνει αριθμό: π.χ. δύο, τρία ..., απόλυτο κενό 1. ΦΥΣ. & (σπάν.) τέλειο κενό: χώρος ολοκληρωτικά άδειος από κάθε στοιχείο ύλης: Ο ήχος δεν διαδίδεται στο ~ ~. 2. (μτφ.) κάθε κατάσταση που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ουσίας, ζωτικότητας, ενέργειας: Νιώθω το ~ ~., απόλυτο μηδέν: ΦΥΣ. η κατώτερη δυνατή θερμοκρασία (-273,15°C): Ένα σώμα παύει να έχει μάζα στο ~ ~. [< αγγλ. absolute zero] , απόλυτη πλειοψηφία βλ. πλειοψηφία, απόλυτη υγρασία βλ. υγρασία, απόλυτη φτώχεια βλ. φτώχεια, απόλυτο μέγεθος βλ. μέγεθος [< 1,3: μτγν. ἀπόλυτος, γαλλ. absolu 2: γαλλ. strict]
ατονικός<sup>2</sup>
ατονικός<sup>2</sup>, ή, ό [ἀτονικός] α-το-νι-κός επίθ. 1. ΓΡΑΜΜ. (για σύστημα γραφής) που δεν έχει τόνους: ~ή: γραφή. Κείμενο γραμμένο σε ~ό σύστημα. Βλ. μονο-, πολυ-τονικός. 2. ΜΟΥΣ. που δεν ακολουθεί τις αρχές της τονικότητας: ~ή: σύνθεση. ● ΣΥΜΠΛ.: ατονική μουσική: ΜΟΥΣ. η οποία στηρίζεται στους κανόνες της ατονικότητας. [< 2: γαλλ. atonal, 1914, αγγλ. ~, 1922]
δωμάτιο
δωμάτιοδω-μά-τι-ο ουσ. (ουδ.) {δωματί-ου | -ων}: εσωτερικός κύριος χώρος (διαμερίσματος, σπιτιού, κτίσματος, ξενοδοχείου) που χωρίζεται από τους υπόλοιπους: βοηθητικό/βορινό/γωνιακό/επιπλωμένο/παιδικό ~. ~ επισκεπτών/εργασίας/ύπνου (= υπνο~)/υποδοχής (βλ. σαλόνι)/φιλοξενίας (πβ. ξενώνας). Κύρια ~α (: δεν υπολογίζονται σε αυτά το μπάνιο και η κουζίνα). Διαμέρισμα δύο (μεγάλων) ~ων/με δύο ~α (= δυάρι). Μένω στο ίδιο ~/μοιράζομαι το ~ό μου με κάποιον. Πβ. κάμαρα.|| Ακριβό/δίκλινο/μονόκλινο/τρίκλινο/φτηνό ~. ~ νοσοκομείου (πβ. θάλαμος). Κράτηση ~ου. Έκλεισε ~. Ενοικιάζονται ~α για φοιτητές. Βλ. κοιτώνας. ● Υποκ.: δωματιάκι (το) ● Μεγεθ.: δωματιάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: δωμάτιο ελέγχου: μικρός χώρος με εξοπλισμό κατάλληλο για επίβλεψη κυρ. της λειτουργίας συστήματος: ~ ~ εικόνας (: σε τηλεοπτικό σταθμό). Πβ. αίθουσα ελέγχου. [< αγγλ. control room, 1927] , ενοικιαζόμενα δωμάτια: κυρ. ως επιγραφή σε τόπους παραθερισμού., θερμοκρασία δωματίου: κανονική, μέση θερμοκρασία (20-25 βαθμοί Κελσίου): Προϊόντα/φάρμακα που διατηρούνται σε ~ ~. [< αγγλ. room temperature, 1924] , μουσική δωματίου: ΜΟΥΣ. σύνθεση για εκτέλεση σε μικρό χώρο από ολιγάριθμη ορχήστρα: ~ ~ με κουαρτέτο εγχόρδων. Βλ. τρίο σονάτα. [< ιταλ. musica da camera, γερμ. Kammermusik] , όπερα δωματίου: ΜΟΥΣ. που έχει σύντομη διάρκεια και παρουσιάζεται με μικρό αριθμό ερμηνευτών και μουσικών· το θέατρο στο οποίο παίζεται., ορχήστρα δωματίου: ΜΟΥΣ. μικρή ορχήστρα που εκτελεί κυρ. έργα μουσικής δωματίου. ΣΥΝ. καμεράτα [< γαλλ. orchestre de chambre, γερμ. Kammerorchester] , υπηρεσία δωματίου: παροχή υπηρεσιών στους πελάτες ξενοδοχείου στο δωμάτιό τους· συνεκδ. το προσωπικό που τους εξυπηρετεί και το αντίστοιχο αρμόδιο τμήμα: Η ~ ~ είναι διαθέσιμη όλο το εικοσιτετράωρο.|| Καλέστε την ~ ~ για άμεση εξυπηρέτηση. ΣΥΝ. ρουμ σέρβις [< αγγλ. room service, 1916] [< αρχ. δωμάτιον ‘μικρό σπίτι, κοιτώνας’, γαλλ. chambre, αγγλ. room]
ελεκτρόνικα
ελεκτρόνικα[ἐλεκτρόνικα] ε-λε-κτρό-νι-κα ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. κάθε είδος ηλεκτρονικής μουσικής: (κ. ως επίθ.) ~ μπάντα. Βλ. άμπιεντ, ρέιβ, τέκνο. [< αγγλ. electronica, 1980]
ενόργανος
ενόργανος, η, ο [ἐνόργανος] ε-νόρ-γα-νος επίθ. 1. που γίνεται με ειδικά όργανα. 2. ΒΙΟΛ.-ΧΗΜ. οργανικός: ~ή: ύλη (ΑΝΤ. ανόργανη). ● ΣΥΜΠΛ.: ενόργανη (γυμναστική): ΑΘΛ. άθλημα που εκτελείται με όργανα γυμναστικής: ~ ~ ανδρών (βλ. ασκήσεις εδάφους, πλάγιος ίππος, κρίκοι, άλμα ίππου, μονόζυγο, δίζυγο)/γυναικών (βλ. ασύμμετροι ζυγοί, δοκός). Χρυσός Ολυμπιονίκης στην ~ ~. Βλ. ρυθμική γυμναστική. ΑΝΤ. ανόργανος (5), ενόργανη ανάλυση: ΧΗΜ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο την ποσοτική και ποιοτική ανάλυση δειγμάτων με χρήση χημικών οργάνων., ενόργανη μουσική: ΜΟΥΣ. που συντίθεται μόνο για μουσικά όργανα και όχι για φωνές. ΣΥΝ. οργανική/ορχηστρική μουσική. ΑΝΤ. φωνητική μουσική. [< γαλλ. instrumental]
έντεχνος
έντεχνος, η, ο [ἔντεχνος] έ-ντε-χνος επίθ. 1. που έχει δημιουργηθεί με βάση τους κανόνες μιας τέχνης· κατ' επέκτ. ποιοτικός, καλοδουλεμένος: ~ος: λόγος/χορός. ~η: γλώσσα (= λογοτεχνική)/έκφραση. Βλ. δημοτικός, λαϊκός. 2. που γίνεται με περίτεχνο, επιδέξιο τρόπο: ~η: διατύπωση (πβ. κομψή). ΑΝΤ. αδέξιος 3. (για πρόσ.) που ασχολείται με το έντεχνο τραγούδι: ~ο: συγκρότημα.|| (ως ουσ.) Οι ~οι και οι ροκάδες. ● επίρρ.: έντεχνα & (λόγ.) εντέχνως: ένας μονόλογος μεστός, ~ λιτός.|| Καλλιεργούν ~ τον φανατισμό (: με επιτηδειότητα). Πβ. τεχνηέντως. ● ΣΥΜΠΛ.: έντεχνη μουσική: ΜΟΥΣ. που την έχει συνθέσει μουσικός με θεωρητική κατάρτιση., έντεχνο (τραγούδι): ΜΟΥΣ. που ακολουθεί τις αρχές, οι οποίες έχουν διαμορφωθεί από τη μουσική και ποιητική τέχνη, σε αντιδιαστολή με το λαϊκό., έντεχνο λαϊκό (τραγούδι): ΜΟΥΣ. σύνθετο μουσικό έργο τέχνης με λαϊκά στοιχεία (πρόκειται συχνά για μελοποιημένη ποίηση). Βλ. ρεμπέτικο. [< 1, 2: αρχ. ἔντεχνος]
κασέτα
κασέτακα-σέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. (κυρ. παλαιότ.) ορθογώνια πλαστική θήκη, μικρή και κλειστή, μέσα στην οποία υπάρχουν δύο μπομπίνες με περιστρεφόμενη μαγνητική ταινία, για εγγραφή και αναπαραγωγή εικόνας και ήχου: άγραφη/άδεια/ηχογραφημένη/ψηφιακή ~. ~ βιντεοκάμερας/μαγνητοφώνου. Έβαλε μια ~ με τραγούδια στο κασετόφωνο. Βλ. βιντεο~, μικρο~. 2. (κατ' επέκτ.) πλαστική θήκη αντίστοιχου σχήματος: (για εκτυπωτή:) ~ μελανιού (: έγχρωμη/μαύρη ~)/(τροφοδοσίας) χαρτιού (: ~ ... φύλλων). Βλ. -έτα. ● Υποκ.: κασετούλα (η) [< αγγλ. cassette, 1960, γαλλ. ~, περ. 1960]
κλασικός
κλασικός, ή, ό κλα-σι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την αρχαία ελληνική ή ρωμαϊκή περίοδο και ειδικότ. με τους αιώνες ακμής τους· κατ' επέκτ. που μιμείται πολιτιστικά τους στοιχεία ή εμπνέεται από αυτά: ~ός: ναός/πολιτισμός. ~ή: γεωμετρία (= ευκλείδεια)/γραμματεία/εποχή/κληρονομιά/τέχνη. ~ό: πνεύμα. ~οί: φιλόσοφοι. ~ά: αγάλματα/μνημεία. Εφορεία Προϊστορικών και ~ών Αρχαιοτήτων. Τα ~ά γράμματα/χρόνια.|| (που αναφέρεται στην πνευματική ή καλλιτεχνική παραγωγή των χρόνων αυτών:) ~ός: φιλόλογος. ~ή: αρχαιολογία/ιστορία/μόρφωση/παιδεία. ~ές: γλώσσες/επιστήμες/σπουδές. Σπουδαστήριο/τομέας ~ής Φιλολογίας.|| ~ό: Λύκειο (: στο οποίο δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών και λατινικών).|| (κατ' επέκτ.) (ΑΘΛ.) ~ός: μαραθώνιος. (ΑΡΧΙΤ.) ~ός: σχεδιασμός. ~ή: απλότητα/αρχιτεκτονική (: που χαρακτηρίζεται από τον λιτό, επιβλητικό και συμμετρικό ρυθμό της σχετικής περιόδου). ~ό: στιλ (: σε αντιδιαστολή με το μπαρόκ). Βλ. μετα~, νεο~, προ~. 2. που αποτελεί διαχρονικό αντιπροσωπευτικό παράδειγμα, πρότυπο· σπουδαίος, αναγνωρισμένης αξίας, ανυπέρβλητος: ~ός: κινηματογράφος. ~ή: θεωρία/λογοτεχνία/ομορφιά/ταινία. ~ό: αριστούργημα/άρωμα/βιβλίο/θέατρο/τραγούδι. ~οί: πίνακες (ζωγραφικής). ~ές: δημιουργίες/επιτυχίες/κωμωδίες/μελέτες/μελωδίες/μπαλάντες. ~ά: παραμύθια. Η ~ή ιατρική (= αλλοπαθητική)/μηχανική/στατιστική/φυσική/χημεία/ψυχολογία. Έργο που θεωρείται ~ό στο είδος του. Πβ. αξεπέραστος, άριστος. 3. που συγκεντρώνει τα βασικά γνωρίσματα (της κατηγορίας του), χαρακτηριστικός, τυπικός και συνηθισμένος· κατ' επέκτ. που μένει προσηλωμένος στο καθιερωμένο και παραδοσιακό, που δεν υιοθετεί σύγχρονες τάσεις και δεν είναι εξεζητημένος, με αποτέλεσμα να θεωρείται απλός, σοβαρός και αποδεκτός: ~ός: έλεγχος/(ιατρικός) εξοπλισμός/κανόνας/ορισμός/τύπος (εκκλησίας). ~ή: απάντηση/διδασκαλία/ερώτηση/θεραπεία/νοοτροπία/περίπτωση/προσέγγιση/συμπεριφορά. ~ό: δίλημμα/επιχείρημα/παράδειγμα/πείραμα/πρόβλημα/φαινόμενο/χαρακτηριστικό. ~οί: (ταξιδιωτικοί) προορισμοί. ~ές: αντιλήψεις/αξίες/ατάκες/διαδρομές/μέθοδοι/συνταγές/τεχνικές (πβ. κοινός). ~ και εναλλακτικός τουρισμός. Με την ~ή έννοια του όρου. ~ό δείγμα ημιμάθειας. Έκανε το ~ό λάθος. Επαναλαμβάνεται το ~ό σκηνικό.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ός: τεμπέλης/ψεύτης (πβ. πρώτης τάξεως). ΑΝΤ. ασυνήθιστος, σπάνιος.|| ~ή: αισθητική/διακόσμηση/εμφάνιση/επίπλωση. ~ό: γούστο/ντύσιμο. Βλ. νεωτεριστικός, πρωτοποριακός. (ως ουσ.) Η γοητεία του ~ού. Παντρεύω το ~ό με το μοντέρνο. 4. ΜΟΥΣ. που αναφέρεται στην κλασική μουσική: ~ός: πιανίστας/συνθέτης (= μουσουργός). ~ή: κιθάρα. ● Ουσ.: Κλασικοί (οι) 1. οι αρχαίοι Έλληνες και Λατίνοι ποιητές, ρήτορες, ιστορικοί και φιλόσοφοι: μετάφραση των (έργων των) ~ών. 2. δημιουργοί ή ερευνητές που το έργο τους θεωρείται πρότυπο, καθιερωμένο και διαχρονικό: οι μεγάλοι ~. Άπαντα Νεοελλήνων ~ών. Έχεις διαβάσει τους ~ούς;|| Οι ~ της αριθμητικής ανάλυσης/της κοινωνιολογίας. ● επίρρ.: κλασικά: ως συνήθως, όπως συνηθίζεται: Πήγαμε ~ για ένα καφεδάκι. ● ΣΥΜΠΛ.: Κλασικά Εικονογραφημένα: (παλαιότ.) τεύχη με εικονογραφημένα έργα της κλασικής λογοτεχνίας: οι αναγνώστες/οι εκδόσεις/τα εξώφυλλα των ~ών ~ων. [< αγγλ. classics illustrated, 1941] , κλασικά οικονομικά & κλασική οικονομική (σχολή): ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των οικονομικών θεωριών που διατυπώθηκαν από τα τέλη του 18ου αι. έως τα μέσα του 19ου αι. και αποτέλεσαν τις βάσεις της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης. Βλ. φιλελευθερισμός., κλασική μουσική & (προφ.) κλασική (η): ΜΟΥΣ. που αναφέρεται στην περίοδο η οποία εκτείνεται από τα μέσα του 18ου ως τις αρχές του 19ου αι., αντιπροσωπεύεται κυρ. από τους Βιεννέζους δημιουργούς και χαρακτηρίζεται από φορμαλισμό και απλότητα (σε αντίθεση με τη ρομαντική)· γενικότ. έντεχνη (κυρ. δυτική) μουσική που διακρίνεται από τη λαϊκή ή παραδοσιακή. Βλ. σονάτα, συμφωνία., ερωτικό τρίγωνο βλ. τρίγωνο, κλασικό μπαλέτο βλ. μπαλέτο, κλασικός αθλητισμός βλ. αθλητισμός [< μτγν. κλασσικοί ‘ναυτικοί αξιωματούχοι’, γαλλ. classique, αγγλ. classic(al), γερμ. klassisch – παλαιότ. ορθογρ. κλασσικός]
μαύρος
μαύρος, η, ο [μαῦρος] μαύ-ρος επίθ. 1. που έχει το χρώμα με την ελάχιστη φωτεινότητα ή τη μέγιστη σκοτεινότητα, η επιφάνεια του οποίου απορροφά, αλλά δεν αντανακλά καμία ορατή ακτινοβολία: ~ος: πίνακας (= μαυροπίνακας). ~η: απόχρωση/κουκκίδα/σημαία. ~ο: άλογο/βελούδο/κοράκι/στιλό/φόντο/φόρεμα. ~ο δερμάτινο/πέτσινο μπουφάν. ~ες: γόβες. ~α: εσώρουχα. Βάζω ~ο μολύβι στα μάτια. Μελάνι ~ου χρώματος.|| (ΤΥΠΟΓΡ.) ~α γράμματα σε λευκό φόντο. Εκτύπωση με (έντονα) ~α (= μπολντ) στοιχεία. Βλ. ημίμαυρος.|| (εμφατ.) ~, κατάμαυρος. ~ σαν κάρβουνο/πίσσα (πβ. κατράμι). Πβ. ασπρό-, ολό-μαυρος. ΑΝΤ. άσπρος (1), λευκός (1) 2. που έχει πολύ σκούρο χρώμα, σχεδόν μαύρο: ~ος: ουρανός (πβ. συννεφιασμένος). ~η: πεύκη. ~α: γυαλιά.|| ~ος: καφές (: χωρίς γάλα). ~η: ζάχαρη (βλ. άσπρη)/μπίρα (βλ. ξανθιά)/σοκολάτα (ή υγείας)/σταφίδα (βλ. ξανθή). ~ο: κρασί (: σκούρο κόκκινο, βλ. μαυροδάφνη)/πιπέρι/ρύζι (βλ. λευκό)/ψωμί (πβ. ολικής αλέσεως). ~ες: ελιές (βλ. πράσινες). ~α: σταφύλια (βλ. λευκά).|| ~α: δόντια/μαλλιά/στίγματα (πβ. μελανά). ~οι κύκλοι κάτω από τα μάτια. Έγινε ~ από τον ήλιο (πβ. μαυρίζω). Το μάτι του είναι ~ο από τη(ν) μπουνιά που έφαγε.|| Μες στη ~η νύχτα (: χωρίς φεγγάρι ή αστέρια, πολύ σκοτεινή).|| ~α: νύχια/χέρια (: βρόμικα, λερωμένα. ΑΝΤ. καθαρά). Έγινα ~ από τον καπνό.|| (για πρόσ.) ~η: φυλή (: με σκουρόχρωμη επιδερμίδα, νέγρικη. Βλ. κίτρινη, λευκή). 3. (μτφ.) ως χαρακτηρισμός για να δηλωθεί κάτι αρνητικό, δυσάρεστο, θλιβερό: ~ος: μήνας. ~η: ζωή (πβ. άθλιος, βασανισμένος, δυστυχισμένος). ~ες: ειδήσεις/σκέψεις (πβ. απαισιόδοξος). ~α: μηνύματα. ~η ψυχή (: κακιά, μοχθηρή). ~ο (= δυσοίωνο) το μέλλον της οικονομίας. ~α σύννεφα στον τουρισμό. ~ες γιορτές/~ο Σαββατοκύριακο θα περάσουμε! Είναι σε ~α χάλια/έχει τα ~α του τα χάλια (: σε πολύ άσχημη κατάσταση)!|| (συνδεδεμένος με καταστροφικό, τραγικό γεγονός) ~ος: Σεπτέμβρης. ~η: επέτειος/μέρα (πβ. αποφράδα)/σελίδα της ιστορίας.|| (εμφατ.) ~η: απελπισία/πείνα/φτώχεια. Η ~η (= πικρή) αλήθεια είναι ότι ...|| ~η: μαγεία. 4. (προφ.) που δεν δηλώνεται στην εφορία και αποφέρει παράνομα κέρδη: ~η: οικονομία. Πβ. λαθραίος. ● Ουσ.: μαύρα (τα) 1. μαύρα ρούχα, συχνά ως ένδειξη πένθους: ντύνομαι στα/φοράω ~. Έβγαλε τα ~ (: σταμάτησε να πενθεί). Βλ. λευκά. 2. τα μαύρα πιόνια στο σκάκι: Παίζουν τα ~. Βλ. λευκά., μαύρο (το) 1. το αντίστοιχο χρώμα: Προτιμώ το μοβ από το ~.|| Το ~ σου πάει πολύ! ΑΝΤ. άσπρο (1) 2. (& σπάν. μαύρη ψήφος) (αργκό) αρνητική ψήφος· γενικότ. καταψήφιση, αποδοκιμασία ενός προσώπου ή μιας κατάστασης: Οι ψηφοφόροι θα ρίξουν ~ στο κόμμα. Θα φάει ~ δαγκωτό στις εκλογές. ΣΥΝ. φούμο (2) 3. & μαύρη (η): (αργκό) χασίς. Πβ. φούντα, χόρτο. ● Υποκ.: μαυρούλης , α, ικο ● ΣΥΜΠΛ.: μαύρη (αγορά) 1. παράνομη αγοραπωλησία σε δύσκολες κυρ. περιόδους (όπως πολεμικές) όπου υπάρχει έλλειψη εμπορευμάτων, κυρ. τροφίμων, τα οποία πωλούνται σε πολύ υψηλές τιμές. 2. παράνομη αγοραπωλησία προϊόντων που δεν είναι νόμιμα, δεν βρίσκονται εύκολα στο εμπόριο ή πωλούνται σε χαμηλότερη από την κανονική τιμή, συνήθ. επειδή είναι κλεμμένα. [< αγγλ. black market, 1931, γαλλ. marché noir, 1945] , μαύρη γη (μτφ.) 1. καμένη έκταση. 2. (λογοτ., συχνά σε δημοτικά τραγούδια) ο Άδης., μαύρη ζώνη: ΑΘΛ. που αποκτούν οι αθλούμενοι στις πολεμικές τέχνες και προσδιορίζει το ανώτερο επίπεδο τεχνικής και εμπειρίας τους στο άθλημα. Βλ. λευκή ζώνη., μαύρη μουσική: ΜΟΥΣ. το σύνολο των μουσικών ειδών αφροαμερικανικής προέλευσης. Βλ. αρ εν μπι, μπλουζ, ραπ, σόουλ, τζαζ, χιπ χοπ., μαύρο μυθιστόρημα ΛΟΓΟΤ. 1. αυτό που συνδυάζει συνήθ. την αστυνομική πλοκή με την αρνητική, σκοτεινή πλευρά της κοινωνίας. Βλ. φιλμ νουάρ. 2. το γοτθικό, με βασικά χαρακτηριστικά τα υπερφυσικά και τρομακτικά στοιχεία. [< γαλλ. roman noir] , αρνητική/μαύρη διαφήμιση βλ. διαφήμιση, άσπρο-μαύρο & μαύρο-άσπρο βλ. άσπρος, η μαύρη ήπειρος βλ. ήπειρος, μαύρα σκοτάδια βλ. σκοτάδι, μαύρα ταμεία βλ. ταμείο, μαύρα/βαθιά/άγρια μεσάνυχτα βλ. μεσάνυχτα, μαύρες συσκευές βλ. συσκευή, Μαύρη Βίβλος βλ. βίβλος, μαύρη εργασία βλ. εργασία, μαύρη κωμωδία βλ. κωμωδία, μαύρη λίστα βλ. λίστα, μαύρη προπαγάνδα βλ. προπαγάνδα, μαύρη τρύπα βλ. τρύπα, μαύρη χήρα βλ. χήρα, μαύρο θέατρο βλ. θέατρο, μαύρο κουτί βλ. κουτί, μαύρο πρόβατο βλ. πρόβατο, μαύρο τσάι βλ. τσάι, μαύρο/μπλακ χιούμορ βλ. χιούμορ, μαύρο/σκοτωμένο αίμα βλ. αίμα, μαύρος θάνατος βλ. θάνατος, μαύρος καβαλάρης βλ. καβαλάρης, μαύρος νάνος βλ. νάνος, μαύρος πάγος βλ. πάγος, μαύρος χρυσός βλ. χρυσός ● ΦΡ.: μαύρος και άραχνος (μτφ.-εμφατ.): για καθετί δύσκολο, δυσάρεστο, δυσοίωνο: Τα βλέπει/τα βρήκε/είναι όλα ~α και ~α., τα βάφω μαύρα (μτφ.-προφ.): στενοχωριέμαι υπερβολικά, απογοητεύομαι σε πολύ μεγάλο βαθμό, απελπίζομαι: Τα έβαψε ~ μετά τον χωρισμό.|| (ειρων.) Σιγά μην τα βάψω ~ που δεν ήρθε! ΣΥΝ. είναι/έχει πέσει στα μαύρα πανιά, με παίρνει από κάτω/αποκάτω, (γράφω κάποιον/κάτι) στα μαύρα κατάστιχα βλ. κατάστιχο, άσπρος σκύλος, μαύρος σκύλος, όλοι οι σκύλοι μια γενιά βλ. σκύλος, βάζω/φοράω (μαύρες) πλερέζες βλ. πλερέζα, για να λέμε/πούμε/πω την (καθαρή/μαύρη) αλήθεια βλ. αλήθεια, είναι/έχει πέσει στα μαύρα πανιά βλ. πανί, έχω (μαύρα/βαθιά) μεσάνυχτα βλ. μεσάνυχτα, έχω τα χάλια/τις μαύρες/τις κακές/τις κλειστές μου βλ. έχω, ζήσε Μάη/μαύρε μου (να φας τριφύλλι) βλ. Μάης, κάνει το άσπρο μαύρο βλ. άσπρος, κάνω κάποιον μαύρο/τόπι/τουλούμι/μπαούλο (στο ξύλο) βλ. τόπι, κλαίω με μαύρο δάκρυ βλ. δάκρυ, μαύρα μάτια κάναμε (να σε δούμε) βλ. μάτι, μαύρη (/πολλή) μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα βλ. μαυρίλα, μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά (μαύρη σαν καλιακούδα) βλ. νύχτα, μαύρη η ώρα βλ. ώρα, μαύρο φίδι που σ' έφαγε/θα σε φάει βλ. τρώω, με (τα πιο) ζοφερά/μελανά χρώματα βλ. χρώμα, μέχρι να πατήσεις μαύρο χιόνι βλ. χιόνι, ρίχνω μαύρη πέτρα (πίσω μου) βλ. πέτρα, τα βλέπω σκούρα/(όλα) μαύρα/ζόρικα βλ. βλέπω, του κάνω τη ζωή δύσκολη/κόλαση/μαρτύριο/μαύρη/πατίνι/ποδήλατο βλ. ζωή [< μτγν. μαῦρος, γαλλ. noir, αγγλ. black]
μορφολογία
μορφολογίαμορ-φο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. μορφή και δομή (του οργανισμού και των οργάνων) κάθε όντος καθώς και ο σχετικός επιστημονικός κλάδος: εξωτερική/εσωτερική ~. ~ του προσώπου.|| (ΒΙΟΛ.) ~ ζώων/κυττάρων/σώματος/φυτών. ~-Ανατομία/Φυσιολογία. 2. ΓΛΩΣΣ. εξέταση και περιγραφή των τρόπων σχηματισμού των λέξεων (κλίση, παραγωγή, σύνθεση): κλιτική/λεξική (βλ. λεξικολογία)/παραγωγική/συγκριτική ~. ~ και σύνταξη (πβ. μορφοσύνταξη)/φωνολογία (πβ. μορφοφωνολογία). Πβ. τυπικό. 3. το σύνολο των σχηματισμών στην επιφάνεια της Γης και η αντίστοιχη επιστημονική μελέτη: (ΓΕΩΓΡ.) ομαλή/ορεινή/παράκτια ~. ~ ακτών/εδάφους/χώρας. Το κλίμα και η ~ του νησιού. Πβ. γεω~.|| (κατ' επέκτ.) ~ αστικού χώρου/κτιρίου. Αρχιτεκτονική ~-Ρυθμολογία. Βλ. -λογία, τοπογραφία. ● ΣΥΜΠΛ.: μουσική μορφολογία & μορφολογία της μουσικής: ΜΟΥΣ. μελέτη των μουσικών μορφών, των τρόπων διάρθρωσης ενός μουσικού έργου σε επιμέρους τμήματα. [< γερμ. Morphologie, γαλλ. morphologie, αγγλ. morphology]
ξύλο
ξύλοξύ-λο ουσ. (ουδ.) 1. σκληρή ουσία του κορμού και των κλαδιών των δέντρων· συνεκδ. κάθε κομμάτι ή αντικείμενο που προέρχεται από αυτά: ακατέργαστο/γνήσιο/ελαφρύ/κατεργασμένο/μαλακό/μασίφ/σκαλιστό/σουηδικό ~ (= ξυλεία). ~ ελιάς/κερασιάς/οξιάς/πεύκου. ~ τικ. Απολιθωμένο ~. Άρωμα/ασθένειες/βαφή/βιομηχανία (= ξυλοβιομηχανία)/εμπορία/τεχνολογία ~ου.|| Φύλλα ~ου. Έπιπλα/κουφώματα/πόρτα/σκάλα από ~.|| Γλυπτική/ζωγραφική σε ~. Βερνίκι για ~. || (Αρωματικά) ~α καπνίσματος. 2. (μτφ.) χτυπήματα με το χέρι ή με βέργα: άγριο/αλύπητο/ανελέητο/γερό ~. Έφαγε το ~ της αρκούδας/χρονιάς. ~ και των γονέων/με τη σέσουλα/μέχρι θανάτου/μέχρι λιποθυμίας. Δίνω/παίζω/ρίχνω ~. Πέφτει ~ (= γίνεται καβγάς, έχουν πιαστεί στα χέρια). (Κάποιος) θέλει ~ (: του αξίζει). Πβ. βρομόξυλο, ξυλο-δαρμός, -κόπημα, -φόρτωμα. 3. (μτφ.) καθετί σκληρό, που δύσκολα λυγίζει ή κάμπτεται: Το κορμί του είχε γίνει ~ από το κρύο (= ξύλιασε, ξεπάγιασε). 4. {κυρ. στον πληθ.} καυσόξυλα: ~α για προσάναμμα/για το τζάκι. Κόβω/κουβαλώ/μαζεύω ~α. Σόμπα ~ου/~ων. Ρίχνω ~α στη φωτιά. Βλ. πυρηνόξυλο. ● Υποκ.: ξυλαράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: τίμιο/άγιο ξύλο: ΕΚΚΛΗΣ. μικρό κομμάτι ξύλου που προέρχεται από τον σταυρό πάνω στον οποίο σταυρώθηκε ο Ιησούς: Φυλαχτό με τίμιο ~., σομφό ξύλο βλ. σομφός ● ΦΡ.: επί ξύλου κρεμάμενος (μτφ.): για κάποιον που έχει βρεθεί σε εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση και χωρίς υποστήριξη, από οικονομική ή άλλη άποψη: Έφαγε όλη του την περιουσία κι έμεινε ~ ~ (= απένταρος)., ξύλο μετά μουσικής (συνήθ. ειρων.): για άγριο ξυλοδαρμό., σπάω/σαπίζω/τσακίζω/μαυρίζω/σακατεύω/ρημάζω/λιανίζω κάποιον στο ξύλο (προφ.): τον χτυπώ πολύ άσχημα, χωρίς οίκτο: (απειλητ.) Θα σε σπάσω ~!, το ξύλο βγήκε απ' τον Παράδεισο: ως εσφαλμένη δικαιολόγηση της παιδαγωγικής ή σωφρονιστικής σημασίας του ξυλοδαρμού ή της χειροδικίας., τρώω ξύλο (μτφ.-προφ.): με δέρνουν, με χτυπούν. ΣΥΝ. τις αρπάζω, τις τρώω, άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο βλ. απελέκητος, ένα (γερό) χέρι ξύλο βλ. χέρι, κάνω κάποιον μαύρο/τόπι/τουλούμι/μπαούλο (στο ξύλο) βλ. τόπι, σκοτώνω στο ξύλο (κάποιον) βλ. σκοτώνω, το στραβό το ξύλο η φωτιά το σιάζει βλ. φωτιά, τουλουμιάζω στο ξύλο βλ. τουλουμιάζω, χτύπα/να χτυπήσω ξύλο! βλ. χτυπώ ● βλ. ξυλάκι [< αρχ. ξύλον]
προγραμματικός
προγραμματικός, ή, ό προ-γραμ-μα-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται ή περιλαμβάνεται σε πρόγραμμα, που γίνεται ή υπάρχει βάσει προγράμματος: ~ός: διάλογος/λόγος/σχεδιασμός. ~ή: διακήρυξη/εξαγγελία/περίοδος/σύγκλιση δυνάμεων/συζήτηση/σύμβαση/συμφωνία. ~ό: έγγραφο/κείμενο/πλαίσιο/συνέδριο/σχέδιο. ~ές: αρχές/δεσμεύσεις/δράσεις/θέσεις. ~ά: ζητήματα/κριτήρια/μεγέθη. Οι ~οί στόχοι επιτεύχθηκαν. ● επίρρ.: προγραμματικά ● ΣΥΜΠΛ.: προγραμματικές δηλώσεις: ΠΟΛΙΤ. οι γενικές κατευθύνσεις της πολιτικής που παρουσιάζει στη Βουλή ο νέος πρωθυπουργός: ~ ~ για την παιδεία. Συζήτηση των ~ών ~ώσεων. Στις προγραμματικές του δηλώσεις δεσμεύτηκε/υποσχέθηκε ότι ...|| (σπανιότ. οι εξαγγελίες ενός νεοεκλεγμένου οργάνου:) Οι ~ ~ του προέδρου του συμβουλίου., προγραμματική μουσική: ΜΟΥΣ. που έχει στόχο να περιγράψει κάτι συγκεκριμένο (π.χ. ένα ιστορικό συμβάν, ένα φιλολογικό κείμενο, μια εικόνα ή μια καθορισμένη ψυχική κατάσταση). [< αγγλ. program music] [< γαλλ. programmatique, αγγλ. programmatic]
σειραϊκός
σειραϊκός, ή, ό σει-ρα-ϊ-κός επίθ. 1. ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με τον σειραϊσμό: ~ά: έργα. 2. ΠΛΗΡΟΦ. σειριακός: ~ή: θύρα/σύνδεση. ● ΣΥΜΠΛ.: σειραϊκή μουσική: ΜΟΥΣ. αυτή που βασίζεται στην κατασκευή θέματος με τους δώδεκα φθόγγους της χρωματικής κλίμακας σε διατάξεις (σειρές). Βλ. δωδεκάφθογγος. [< αγγλ. serial]
συγκεκριμένος
συγκεκριμένος, η, ο συ-γκε-κρι-μέ-νος επίθ. 1. ορισμένος, σαφής ή αυτός ειδικά που έχει μόλις αναφερθεί: ~ος: σκοπός/τομέας/τύπος (ανθρώπου)/χώρος. ~η: απάντηση/διαδικασία/δράση/έννοια/θέση/κατεύθυνση/κατηγορία/μέθοδος/προθεσμία/τοποθεσία (πβ. ακριβής). ~ο: άτομο/γνωστικό αντικείμενο/γεγονός/είδος/έργο/θέμα/μήνυμα/όνομα/περιεχόμενο. ~οι: όροι (= ειδικοί). ~ες: εφαρμογές/οδηγίες/προτάσεις. ~α: σημεία (πώλησης)/στοιχεία/χρονικά διαστήματα. Δεν υπάρχει ~ χρόνος αναμονής. Η τιμή ισχύει για ~ο αριθμό εισιτηρίων. Κλείστε ραντεβού για ~η μέρα και ώρα. Σε ~η (= δεδομένη) στιγμή. Με ~η ιδιότητα. Ντύνεται με ~ο τρόπο. Η ιδέα του δεν έχει πάρει ακόμη ~η μορφή. Ήταν πολύ ~ στις απαντήσεις του. Μπορείς να γίνεις λίγο πιο ~; Χωρίς να κάνει κάτι ~ο.|| Στη ~η περίπτωση ο νόμος δεν μας καλύπτει. Το ~ο άρθρο, στο οποίο αναφέρεστε, δεν έχει δημοσιευτεί. Μου αρέσει η ~η τραγουδίστρια. Έπαιξε πολύ καλά τον ~ο ρόλο (βλ. σχετικός). ΑΝΤ. αόριστος (1), ασαφής (1), γενικός (3) 2. που συλλαμβάνεται μέσω των αισθήσεων, αισθητός, απτός: ~η: ζωγραφική/οντότητα. (ΨΥΧΟΛ.) ~ες λειτουργίες της σκέψης (: που αντικείμενό τους αποτελούν οι αισθητές και όχι οι αφηρημένες οντότητες). Βλ. θεωρητικός, υποθετικός. ΑΝΤ. αφηρημένος (2) ● Ουσ.: συγκεκριμένο (το): ΦΙΛΟΣ. αισθητή οντότητα (πρόσωπο, αντικείμενο, γεγονός), κατ' αντιδιαστολή προς τις αφηρημένες (αριθμοί, σχέσεις): το ~ στην τέχνη. ● επίρρ.: συγκεκριμένα & (λόγ.) -ως: στη σημ. 1. ΑΝΤ. γενικά (1) ● ΣΥΜΠΛ.: συγκεκριμένη μουσική: ΜΟΥΣ. είδος ηλεκτρονικής μουσικής στην οποία φυσικοί ή τεχνητοί ήχοι πρώτα ηχογραφούνται και ύστερα δομούνται σύμφωνα με ορισμένη τονικότητα. [< γαλλ. musique concrète, 1952, αγγλ. concrete music, 1953] , συγκεκριμένο ουσιαστικό: ΓΡΑΜΜ. που δηλώνει πρόσωπο, ζώο ή πράγμα. Πβ. κύριο όνομα, προσηγορικό. ΑΝΤ. αφηρημένο ουσιαστικό, συγκεκριμένη ποίηση βλ. ποίηση [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. συγκρίνω, γαλλ. concret]
τροπικός
τροπικός, ή, ό τρο-πι-κός επίθ. 1. ΓΕΩΓΡ. που σχετίζεται με τη διακεκαυμένη ζώνη ή έχει παρόμοια χαρακτηριστικά με αυτή: ~ός: ιός/κυκλώνας/παράδεισος. ~ή: ζούγκλα/ιατρική (: για τις νόσους που εκδηλώνονται στις ~ές περιοχές)/καταιγίδα/πανίδα/φύση. ~ό: κλίμα (: πολύ θερμό και με υγρασία)/νησί. ~ές: ασθένειες/βροχές/θάλασσες/χώρες. ~ά: λουλούδια/φρούτα (π.χ. ανανάς, γκουάβα, μάνγκο, μπανάνα)/φυτά/ψάρια.|| ~ός: κήπος. ~ή: βλάστηση (: πυκνή)/ζέστη (: πολύ μεγάλη)/παραλία. Πβ. εξωτικός. Βλ. υπο~. 2. ΓΛΩΣΣ. που δηλώνει τρόπο, απαντά στην ερώτηση "πώς;" ή αναφέρεται στην τροπικότητα: ~ή: μετοχή (λ.χ. παίζοντας). ~ό: επίρρημα (π.χ. γρήγορα).|| ~ές: εκφράσεις (όπως: κατά τη γνώμη μου). 3. ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με τον μουσικό τρόπο ή την τροπική μουσική: ~ή: ανάλυση (συνθέσεων)/αντίστιξη. ~ό: σύστημα (βλ. τονικό). ~ές: κλίμακες. 4. ΑΣΤΡΟΝ. που αναφέρεται στις τροπές του ήλιου. ● Ουσ.: τροπικοί (οι): ΓΕΩΓΡ. η διακεκαυμένη/τροπική ζώνη. ● ΣΥΜΠΛ.: τροπική μουσική: ΜΟΥΣ. που βασίζεται στη μελωδία και στον ρυθμό και όχι στην αρμονία: η ~ ~ της Ανατολής., τροπικό ρήμα: ΓΛΩΣΣ. που εκφράζει τη στάση του ομιλητή σε όσα λέει (κυρ. τα "μπορεί" και "πρέπει"). [< αγγλ. modal (verb), 1959] , τροπικός (κύκλος): ΓΕΩΔ. ο Τροπικός του Αιγόκερω ή ο Τροπικός του Καρκίνου., Τροπικός του Αιγόκερω & (σπάν.) Νότιος Τροπικός: ΓΕΩΔ. νοητός παράλληλος της Γης που βρίσκεται νότια από τον ισημερινό και σε απόσταση 23° 27' από αυτόν: Κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο ο ήλιος βρίσκεται στον ~ό ~. [< γαλλ. Tropique du Capricorne] , Τροπικός του Καρκίνου & (σπάν.) Βόρειος Τροπικός: ΓΕΩΔ. νοητός παράλληλος της Γης που βρίσκεται βόρεια από τον ισημερινό και σε απόσταση 23° 27' από αυτόν: Κατά το θερινό ηλιοστάσιο ο ήλιος βρίσκεται στον ~ό ~. [< γαλλ. Tropique du Cancer] , διακεκαυμένη/τροπική ζώνη βλ. διακεκαυμένος, ηλιακό/τροπικό έτος βλ. έτος, τροπική μόρωση βλ. μόρωση, τροπικό δάσος βλ. δάσος [< 1,4: αρχ. τροπικός, γαλλ. tropique, tropical, αγγλ. tropic(al) 2: αγγλ. modal]
τσιγγάνικος
τσιγγάνικος, η, ο τσιγ-γά-νι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τους τσιγγάνους: ~ος: καταυλισμός. ~η: ζωή (πβ. μποέμικος). ~ο: καραβάνι. Πβ. γύφτικος. ● Ουσ.: τσιγγάνικα (τα): ρομανί. ● ΣΥΜΠΛ.: τσιγγάνικη μουσική: ΜΟΥΣ. παραδοσιακός ήχος της Βοημίας και της Ουγγαρίας, τον οποίο έχουν προσαρμόσει στα ακούσματά τους τσιγγάνοι μουσικοί.