Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • μουστάρδα μου-στάρ-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αρτυματική ύλη με πικάντικη γεύση που παρασκευάζεται από σπόρους λευκού σιναπιού: δυνατή ~. Κρέμα/σάλτσα/σκόνη/σος ~ας. Βλ. κέτσαπ, μαγιονέζα. 2. σκόνη από σπόρους μαύρου σιναπιού με τονωτικές, θεραπευτικές ιδιότητες που χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική και την ιατρική. ● ΣΥΜΠΛ.: αέριο της μουστάρδας: ΧΗΜ. υπερίτης. [< αγγλ. mustard gas, 1917] [< ιταλ. mostarda]

κέτσαπ

κέτσαπκέ-τσαπ ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. συμπυκνωμένη σάλτσα ντομάτας του εμπορίου, που συνήθ. περιέχει ξίδι, ζάχαρη, αλάτι και μπαχαρικά: μακαρόνια/πατάτες τηγανητές/χάμπουργκερ με ~. Βλ. μαγιονέζα, μουστάρδα, πελτές. [< αγγλ.-γαλλ. ketchup]