-αδόρος{σπάν. στο θηλ. -αδόρα, -αδόρισσα} (λαϊκό) επίθημα που δηλώνει 1. (αρνητ.-μειωτ.) άτομο με παράνομη δραστηριότητα: κομπιν~/μιζ~/μπουκ~/σπεκουλ~/τσιλι~.|| (για κακή συνήθεια:) Tζογ~/τρακ~ (βλ. -ατζής).|| Αβαντ~ (βλ. αβανταδόρικος). 2. άνθρωπο με ιδιαίτερη ικανότητα σε κάτι: ταβλ~.|| Ατακ~/κουμαντ~. 3. επάγγελμα: γυψ~/παρκ~/πιτσ~/τορν~. 4. αντικείμενο, εργαλείο ή μηχάνημα: μαρκ~. Kοτσ~/φρεζ~.
ανσάμπλ[ἀνσάμπλ] αν-σάμπλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. ομαδικό αγώνισμα της ρυθμικής γυμναστικής, με πέντε αθλήτριες να αγωνίζονται σε δύο προγράμματα (στο πρώτο με ένα όργανο και στο δεύτερο με συνδυασμό δύο οργάνων): η εθνική ομάδα του ~. Βλ. κορδέλα, κορύνα, μπάλα, στεφάνι, σχοινάκι. [< γαλλ. ensemble]
βλήμα[βλῆμα] βλή-μα ουσ. (ουδ.) {βλήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΣΤΡΑΤ. κάθε σώμα που εκτοξεύεται από φορητό, αυτόματο ή πυροβόλο όπλο (σφαίρα, βολίδα, οβίδα ή παλαιότ. λίθοι, βέλη) ή από ειδικούς εκτοξευτήρες ή αεροπλάνα (βόμβα, πύραυλος, ρουκέτα) προς συγκεκριμένο στόχο, με σκοπό να προκαλέσει καταστροφή: αντιαρματικά/βαλλιστικά/διατρητικά/εκρηκτικά/εμπρηστικά/κατευθυνόμενα ~ατα. ~ατα αέρος-εδάφους/όλμου. Ρίψη ~άτων. Πβ. βόλι. Βλ. περίβλημα. 2. (υβριστ.) ηλίθιος, βλάκας: Πώς μπορείς και κάνεις παρέα μ' αυτό το ~! Πβ. βλίτο. [< αρχ. βλῆμα ‘βολή, ρίψη, χτύπημα’]
κενοτισ
γε-μί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {γέμι-σα, γεμί-σει, γεμίζ-εται, -οντας, γεμι-σμένος} & (λαϊκό) γιομίζω 1. κάνω κάτι να είναι γεμάτο ή είμαι, γίνομαι πλήρης από κάτι: ~ το ποτήρι με νερό/το πιάτο με φαγητό. ~ το συρτάρι. ~ το ρεζερβουάρ με βενζίνη. ~ την κοιλιά μου (: τρώω πολύ, χορταίνω). ~ την μπαταρία (= φορτίζω). ~ το όπλο (= βάζω σφαίρες). Το δοχείο ~εται με λάδι. ~σε το ψυγείο με φαγητά.|| Η δεξαμενή/το στάδιο ~σε. Το αμφιθέατρο ~σε ασφυκτικά. Η πλατεία είχε ~σει (με) κόσμο/παιδιά. (ΜΑΓΕΙΡ.) Πατάτα/πιπεριά ~σμένη με τυρί (πβ. γεμιστός). Βλ. ξανα~.|| (μτφ.) ~ το κενό/τις σελίδες/το ταμείο/το χρόνο/τις ώρες μου. Το βουνό ~ει (με) δέος την ψυχή του επισκέπτη. Τα παιδιά ~ουν με φωνές τους δρόμους. ~σε (από) αισιοδοξία/αυτοπεποίθηση/πίκρα/υπερηφάνεια/χαρά. Με ~σε δώρα (: μου έκανε πολλά δώρα). Η είδηση τούς ~σε με αγωνία/ανησυχία. Δεν ξέρει τι να κάνει, για να ~σει τη ζωή του.|| ~σες σπυριά/ψίχουλα το πάτωμα!|| Το φεγγάρι ~σε (: έχει πανσέληνο). ΑΝΤ. αδειάζω (1), εκκενώνω (2) 2. (μτφ.) ικανοποιώ ψυχικά, δημιουργώ αίσθημα πληρότητας: Η δουλειά της/η ζωή στην πόλη την ~ει. Τίποτα δεν με ~ει. Η σχέση αυτή δεν με ~ει πια.|| Η αγάπη ~ει την καρδιά μου. Η μουσική ~ει τη ζωή μας. ● γεμίζει: (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) για κάτι που υπάρχει σε πλήθος, σε αφθονία: ~σε ο τόπος αυτοκίνητα/σκουπίδια. Οι δρόμοι ~σαν νερά (= πλημμύρισαν). Η παραλία ~σε με παράνομες διαφημιστικές πινακίδες. Τα παπούτσια μου ~σαν (= καλύφθηκαν από) λάσπες. ● ΦΡ.: γεμίζει/γέμισε το κεφάλι (με) ... (προφ.): σκέφτομαι έντονα, φέρνω στον νου μου, εστιάζω την προσοχή μου: ~ ~ μου (με) αναμνήσεις/αριθμούς/σκέψεις/στενοχώριες. Πβ. μπουχτίζω, πήζω.|| Κάποιος του γέμισε ~ μ' αυτές τις αηδίες (: του έβαλε ιδέες, τον έπεισε για κάτι)., γεμίζω τη μπάλα (προφ.): ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) κάνω μακρινή και ψηλοκρεμαστή μπαλιά προς την αντίπαλη περιοχή. Πβ. σεντράρω., δεν μου γεμίζει το μάτι (προφ.): δεν μου εμπνέει εμπιστοσύνη, δεν φαίνεται να έχει τα κατάλληλα προσόντα, χαρακτηριστικά: Από την αρχή δεν μου γέμισε ~. Με την πρώτη ματιά δεν σου γεμίζει ~, αλλά είναι πολύ χρήσιμη συσκευή., γεμίζω/φορτίζω τις μπαταρίες (μου) βλ. μπαταρία, το λέω και γεμίζει το στόμα μου βλ. στόμα, φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι βλ. φασούλι [< αρχ. γεμίζω]
μοκασίνιμο-κα-σί-νι ουσ. (ουδ.) {μοκασίνια}: ίσιο ή χαμηλό παπούτσι από μαλακό δέρμα χωρίς κορδόνια. Βλ. γόβα. [< ιταλ. mocassino]
μπάλαμπά-λα ουσ. (θηλ.) 1. σφαίρα συμπαγής ή συνηθέστ. από ελαστικό υλικό, με αέρα στο εσωτερικό της, που χρησιμοποιείται σε διάφορα παιχνίδια: δερμάτινη/πλαστική ~. ~ βόλεϊ/γυμναστικής/μπάσκετ/μπιλιάρδου/μπόουλινγκ/ποδοσφαίρου/ράγκμπι. Αποδέκτης/διεκδίκηση/έλεγχος/εναλλαγή/καλή κυκλοφορία/κάτοχος/κίνηση/μεταφορά/περιστροφή/πορεία/ταχύτητα/τροχιά της ~ας. Τρόμπα ~ας. Δραστηριότητες με ~ες. Αποκρούω/κερδίζω/κλοτσώ/κοντράρω/μπλοκάρω/πετώ/πιάνω/ρίχνω/σκάω (: τη ρίχνω έτσι ώστε να αναπηδήσει)/σουτάρω/φουσκώνω/χάνω τη(ν) ~. Γυρίζω τη(ν) ~ στον τερματοφύλακα (= κάνω πάσα προς τα πίσω). Διώχνω τη(ν) ~ σε κόρνερ. Έκλεψε τη(ν) ~ από τους αμυντικούς. Έστειλε τη(ν) ~ στα δίχτυα (: σκόραρε). Χάθηκε η ~ (: όταν γίνεται συνδυασμός των παικτών μιας ομάδας με ακρίβεια, ταχύτητα και πολλές εναλλαγές της μπάλας χωρίς την παρεμβολή αντιπάλου). Η ~ άλλαξε πορεία/βγήκε εκτός αγωνιστικού χώρου/κατέληξε άουτ/πήρε ύψος/χτύπησε στο δοκάρι. Η ~ γυρίζει (= κυκλοφορεί)/έσκασε (: τρύπησε και ξεφούσκωσε). (ΑΘΛ.) Πρόγραμμα ρυθμικής γυμναστικής με ~ (βλ. ανσάμπλ, κορδέλα, κορύνα, στεφάνι, σχοινάκι). ΣΥΝ. τόπι (1) 2. (συνεκδ.) ποδόσφαιρο: άσος/αστέρια/θεός/μάγος της ~ας. Οι λάτρεις/φίλοι της ~ας. Βλέπω/παίζω ~. Έχει ~ απόψε. Ευχαριστηθήκαμε/χορτάσαμε ~ στο πρωτάθλημα. Βλ. στρογγυλή θεά. 3. (μτφ.) κάθε αντικείμενο σφαιρικού ή παρόμοιου σχήματος: διακοσμητικές ~ες. ~ βαμβάκι. ~ από χιόνι (πβ. χιονόμπαλα). Μία ~ ζύμης/παγωτό. Οι ~ες του χριστουγεννιάτικου δέντρου. ~ες μπαμπού/σανού.|| (παλαιότ.) ~ με αλυσίδα για κατάδικους. 4. (παλαιότ.) οβίδα κανονιού: σιδερένια ~. Βλ. βλήμα. ● Υποκ.: μπαλίτσα (η): στις σημ. 1,3. ● ΣΥΜΠΛ.: σπυριάρα μπάλα βλ. σπυριάρης ● ΦΡ.: δεν βρήκε τη(ν) μπάλα (προφ., για ποδοσφαιριστή): δεν μπόρεσε να πιάσει σουτ ή κεφαλιά· (ειδικότ., για τερματοφύλακα) δεν κατάφερε να την αποκρούσει., θέλει μια μπάλα μόνος του (προφ.): (κυρ. για ποδοσφαιριστή κ. σπανιότ. για μπασκετμπολίστα) είναι υπερβολικά ατομιστής., με παίρνει η μπάλα & η μπόρα (προφ.-μτφ.): ενοχοποιούμαι, επηρεάζομαι από ανεξέλεγκτη κατάσταση χωρίς να φέρω ευθύνη: Θύμωσε με τον γιο του και μας πήρε όλους ~. Τον πήρε κι αυτόν ~ μαζί με όλη την ομάδα., με την μπάλα στα πόδια: (στο ποδόσφαιρο) στο χαμηλό παιχνίδι: γρήγορος/(πολύ) καλός ~ ~. Τρέχει ~ ~ (: διατηρώντας τον έλεγχό της, με άψογο κοντρόλ)., όποιον πάρει η μπάλα & η μπόρα: για πράξη που γίνεται χωρίς να υπολογίζονται οι συνέπειες: Πετάει κατηγορίες στον αέρα κι ~ ~. Πβ. κι όποιον πάρει ο χάρος., παίζω μπάλα 1. παίζω ποδόσφαιρο. 2. (αργκό) χειρίζομαι μια κατάσταση επιτυχώς: Έλα, παίξε ~! Είναι η μοναδική ευκαιρία να διακριθείς. ~ει ~ μόνος του (: χωρίς ανταγωνισμό)., παίρνω κάτι μπάλα (προφ.): κυκλοφορώ παντού ή (για κάτι αρνητικό) επηρεάζω, παρασύρω μαζί μου τα πάντα: Η είδηση πήρε ~ τα παγκόσμια μέσα ενημέρωσης.|| Τα προβλήματα μας πήραν ~ και δεν προλάβαμε ν' αντιδράσουμε., πούλησε τη(ν) μπάλα (στην αθλητική αργκό): (για παίκτη που) έκανε λάθος πάσα ή έχασε εύκολα την μπάλα από αντίπαλο., χάνω τη(ν) μπάλα/το τόπι: χάνω τον έλεγχο, δεν ξέρω τι μου γίνεται: Με όλα αυτά που του συμβαίνουν καθημερινά, έχει χάσει ~. Πβ. παθαίνω ταράκουλο/τραμπάκουλο., γεμίζω τη μπάλα βλ. γεμίζω ● βλ. μπαλάκι [< μεσν. μπάλα, αγγλ. ball, γαλλ. balle – παλαιότ. ορθογρ. μπάλλα]
μπαλάκιμπα-λά-κι ουσ. (ουδ.) 1. μπάλα μικρού μεγέθους: ~ του γκολφ/πινγκ πονγκ/τένις. 2. κάθε μικρό σφαιρικό αντικείμενο: Έκανε το χαρτί ~. Πλάθει τον κιμά σε ~ια. Τα ~ια πέφτουν από την κληρωτίδα. ● μπαλάκια (τα) (αργκό): οι όρχεις. ● ΦΡ.: κάνω κάποιον/γίνομαι μπαλάκι (μτφ.-προφ.): ταλαιπωρώ ή ταλαιπωρούμαι με άσκοπες κινήσεις: Mε έκαναν ~, στέλνοντάς με από τον έναν στον άλλον. Δεν μπορεί το θέμα να γίνεται ~ ανάμεσα στα υπουργεία., πετώ/ρίχνω σε κάποιον το μπαλάκι (μτφ.-προφ.): μεταθέτω τις ευθύνες σε άλλον. ● βλ. μπάλα
παλάντζαπα-λά-ντζα ουσ. (θηλ.) & μπαλάντζα (λαϊκό-παλαιότ.): φορητή ζυγαριά με έναν δίσκο. Βλ. καντάρι. [< βεν. balanza]
παλαντζάρισμαπα-λα-ντζά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {παλαντζαρίσμ-ατα} & μπαλαντζάρισμα (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παλαντζάρω: ~ της ρόδας/του τροχού.|| (μτφ.) ~ ανάμεσα στο καλό και το κακό. Θέση ξεκάθαρη χωρίς ~ατα. Πβ. (αμφι)ταλάντευση. Βλ. -ισμα.
παλαντζάρωπα-λα-ντζά-ρω ρ. (αμτβ.) {παλάντζαρ-ε, παλαντζάρ-ισε, -οντας} & μπαλαντζάρω (προφ.) 1. γέρνω προς τη μια ή την άλλη πλευρά, δεν έχω ισορροπία: Η ρόδα ~ει. Πβ. ταλαντεύομαι. 2. (μτφ.) αμφιταλαντεύομαι· κατ' επέκτ. αλλάζω εύκολα γνώμη, υποστηρίζω τη μία ή την άλλη άποψη ανάλογα με τις περιστάσεις και το συμφέρον μου: ~ει ανάμεσα στο σωστό και το λάθος. Η παράσταση ~ει μεταξύ δράματος και κωμωδίας. Πβ. αμφιρρέπω.
παλάσκαπα-λά-σκα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} & μπαλάσκα (λαϊκό): μικρή δερμάτινη φυσιγγιοθήκη. [< τουρκ. palaska]
πολύμπριζο & πολύπριζοπο-λύ-μπρι-ζο ουσ. (ουδ.): ΗΛΕΚΤΡ. εξάρτημα που συνδέεται με πρίζα τοίχου και δίνει τη δυνατότητα ταυτόχρονης παροχής ρεύματος σε περισσότερες από μία ηλεκτρικές συσκευές: ~ ασφαλείας/προστασίας. [< γαλλ. multiprise, 1975]
σκούφος[σκοῦφος] σκού-φος ουσ. (αρσ.): εφαρμοστό κάλυμμα του κεφαλιού χωρίς γείσο, το οποίο κυρ. προστατεύει από το κρύο ή το νερό: μάλλινος/πλεκτός ~. ~ κολύμβησης/του σκι. Σετ ~, γάντια, κασκόλ.|| ~ του σεφ. Χρυσός ~ (: βραβείο μαγειρικής). ● Υποκ.: σκουφάκι (το)
σπυριάρης, α, ικο σπυ-ριά-ρης επίθ. (μειωτ.): που είναι γεμάτος σπυριά, συνήθ. στο πρόσωπο: ~ης: έφηβος.|| (ως ουσ.) Νεαροί ~ηδες. ● ΣΥΜΠΛ.: σπυριάρα μπάλα (αργκό): η μπάλα του μπάσκετ.
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ