Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μπέιμπι φέις μπέ-ι-μπι φέ-ις επίθ./ουσ. (το): (για κάποιον) που έχει παιδικό πρόσωπο. Βλ. όψη, φυσιογνωμία. [< αγγλ. baby face]

όψη

όψη[ὄψη] ό-ψη ουσ. (θηλ.) 1. το σύνολο των ορατών εξωτερικών χαρακτηριστικών, μορφή, εμφάνιση: εσωτερική ~. Η γενική ~ του οικοδομήματος. Η αρχιτεκτονική ~ οικισμού. Πανοραμική ~ του νησιού. Με τα έργα η γειτονιά άλλαξε ~ και εκμοντερνίστηκε. Βελτίωση της όψης του κήπου/σπιτιού.|| (μτφ.) Η βραδινή ~ της πόλης.|| Κρέμα που δίνει λεία/ομοιόμορφη ~ στην επιδερμίδα.|| Πλακάκια με ~ ξύλου. 2. εμφανής πλευρά, επιφάνεια: κύρια/μπροστινή (= κάτοψη)/πλαϊνή ~. Ανατολική/βόρεια/δυτική/νότια ~ του ναού. Η κοινή ~ των κερμάτων ευρώ. Ανάπλαση της όψης του κτιρίου. Οι όροι του εισιτηρίου αναγράφονται στην οπίσθια ~ του. Βλ. πρόσοψη. 3. (μτφ.) οπτική γωνία, διάσταση: Η άγνωστη/αθέατη/κρυφή ~ των γεγονότων. Όψεις της ιστορίας/της οικονομίας/του πολιτισμού. Οι αντιφατικές όψεις του προβλήματος. Προσπάθησε να δεις την καλή ~ των πραγμάτων. Πβ. πτυχή. 4. έκφραση του προσώπου, ύφος: άγρια/αποκρουστική/γαλήνια/θλιβερή/θλιμμένη/κουρασμένη ~. Χάθηκε το χαμόγελο από την ~ του. Πβ. θωριά, κοψιά. 5. (στην αισθητική οδοντιατρική) λεπτή επικάλυψη που συγκολλάται στην πρόσθια επιφάνεια δοντιού ή δοντιών με σκοπό τη διόρθωση του σχήματος ή/και τη λεύκανση: (ολο)κεραμικές όψεις. ~ πορσελάνης/ρητίνης. 6. ΠΛΗΡΟΦ. εικονικός πίνακας, υποσύνολο της βάσης δεδομένων. 7. ΓΛΩΣΣ. ποιόν ενεργείας: συνοπτική (ρηματική) ~. ΣΥΝ. άποψη (4), τρόπος (5) 8. ΑΣΤΡΟΛ. η απόσταση μεταξύ δύο πλανητών υπολογισμένη σε μοίρες του ζωδιακού κύκλου. ● ΣΥΜΠΛ.: λογαριασμός όψεως βλ. λογαριασμός ● ΦΡ.: διπλής όψης/όψεως & δύο όψεων: που έχει ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί και από τις δύο πλευρές: αντίγραφο/αφίσα/εκτύπωση/μαξιλάρι/μπουφάν/σάρωση ~ ~. Πβ. μπρος πίσω, ντουμπλ φας., εκ πρώτης όψεως/όψης (λόγ.): με μια πρώτη, επιφανειακή ματιά, όπως φαίνεται: Το πρόβλημα δεν είναι τόσο μεγάλο όσο μοιάζει ~ ~. ~ ~ δείχνει απότομος, αλλά κατά βάθος είναι ευγενικός., εξ όψεως (λόγ.): εμφανισιακά· με μια πρώτη ματιά: Τον γνωρίζω μόνο ~ ~ (= φατσικά), αλλά δεν έχουμε μιλήσει.|| Οι δύο έννοιες συνδεέονται άμεσα μεταξύ τους, ~ ~ μόνο διαφέρουν. Βλ. εξ ακοής., η άλλη όψη/πλευρά βλ. άλλος, η μια/η άλλη όψη/πλευρά του νομίσματος βλ. νόμισμα, νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν βλ. νίπτω, οι δύο/διαφορετικές όψεις/πλευρές του (ίδιου) νομίσματος βλ. νόμισμα [< αρχ. ὄψις ‘όραση, θέα, εμφάνιση, οπτασία’, γαλλ. aspect, face, 6: αγγλ. view]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.