Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • μπίρα μπί-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλκοολούχο ποτό που παράγεται με ζύμωση διαλύματος δημητριακών καρπών, κυρ. βύνης κριθαριού, στους οποίους προστίθενται κώνοι λυκίσκου και νερό: βαρελίσια/γερμανική/δυνατή/κόκκινη/μαύρη/ξανθιά ~. ~ χύμα. ~ με/χωρίς αφρό. Μαγιά/ποτήρι ~ας.|| ~ χωρίς αλκοόλ. Πβ. μπιρόνι. ΣΥΝ. ζύθος 2. (συνεκδ.) μπουκάλι ή μεταλλικό κουτί και η αντίστοιχη ποσότητα μπίρας που αυτό περιέχει. ● Υποκ.: μπιρίτσα & (σπάν.) μπιρούλα (η) [< ιταλ. birra]
  • μπιραρία μπι-ρα-ρί-α ουσ. (θηλ.): κατάστημα στο οποίο σερβίρουν διάφορα είδη μπίρας. Πβ. ζυθοπωλείο. [< ιταλ. birreria]