Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μπαξίσι μπα-ξί-σι ουσ. (ουδ.) & μπαχτσίσι (λαϊκό) : χρηματικό ποσό ή δώρο που δίνει κάποιος, για να του γίνει εξυπηρέτηση: γερό/καλό ~. Δίνω/παίρνω ~. Βλ. γρηγορόσημο, μίζα, πουρμπουάρ, ρεγάλο, ρουσφέτι, φιλοδώρημα. [< τουρκ. bahşiş]

γρηγορόσημο

γρηγορόσημογρη-γο-ρό-ση-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.-ειρων.): παράνομη πρακτική χρηματισμού δημοσίων υπαλλήλων, προκειμένου να παρακαμφθούν γραφειοκρατικά εμπόδια και να διεκπεραιωθεί πιο γρήγορα συγκεκριμένη συναλλαγή με το Δημόσιο. Πβ. λάδωμα, μίζα, φακελάκι. Βλ. -σημο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.