Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μπεκερέλ μπε-κε-ρέλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (σύμβ. Bq): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της ενεργότητας μιας ραδιενεργής ουσίας, ίση με μια πυρηνική διάσπαση ανά δευτερόλεπτο. Βλ. κιουρί. [< γαλλ. becquerel, 1975, γαλλ. ανθρ. A. H. Becquerel]

κιουρί

κιουρίκιου-ρί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της ραδιενέργειας (σύμβ. Ci). Βλ. μπεκερέλ. [< αγγλ.-γαλλ. curie, 1910, γαλλ. ανθρ. Marie & Pierre Curie]