Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μπιμπερό μπι-μπε-ρό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ειδικό μπουκάλι από πλαστικό ή γυαλί με στόμιο από συνθετικό υλικό, κατάλληλο για το τάισμα μωρών: αποστειρωμένο ~. Λαστιχένιες πιπίλες για ~. Το βρέφος πίνει το γάλα από το ~. Βλ. -ερό, θήλαστρο. [< γαλλ. biberon]

-ερό

-ερό: παραγωγικό επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών∙ δηλώνει δοχείο για την αποθήκευση υγρού, αντικείμενο με συγκεκριμένη χρήση: τσαγ(ι)~ (πβ. -ιέρα).|| Mπιμπ~.|| Φυσ~.|| Μπανι~/μπολ~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.