Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μπιτόνι μπι-τό-νι ουσ. (ουδ.) & μπετόνι & μπιντόνι: δοχείο με λαβή για τοποθέτηση, φύλαξη και μεταφορά υγρών και η αντίστοιχη ποσότητα που περιέχει: πλαστικό ~. ~ βενζίνης/λαδιού. Ένα ~ απιονισμένο νερό/με εύφλεκτο υγρό/πετρέλαιο. Βλ. ντεπόζιτο. ● Υποκ.: μπιτονάκι (το) [< γαλλ. bidon]

ντεπόζιτο

ντεπόζιτοντε-πό-ζι-το ουσ. (ουδ.) & τεπόζιτο: δοχείο ή χώρος αποθήκευσης υγρών: ανοξείδωτο/εξωτερικό/πλαστικό ~. ~ βενζίνης/καυσίμων/νερού. ~ ασφαλείας. ΣΥΝ. δεξαμενή (1), ρεζερβουάρ (1) [< μεσν. ντεπόζιτο ‘κατάθεση’ < ιταλ. deposito]