Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μπλε μαρέν μπλε μα-ρέν επίθ. {άκλ.}: που έχει σκούρο μπλε χρώμα: ~ κουστούμι. ● Ουσ.: μπλε μαρέν (το): το αντίστοιχο χρώμα. Βλ. ουλτραμαρίνα. ● ΦΡ.: κάνω (κάποιον) μπλε μαρέν (στο ξύλο): ξυλοκοπώ. ΣΥΝ. κάνω κάποιον μαύρο/τόπι/τουλούμι/μπαούλο (στο ξύλο) [< γαλλ. bleu marine]

ουλτραμαρίνα

ουλτραμαρίνα[οὐλτραμαρίνα] ουλ-τρα-μα-ρίνα ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & ουλτραμαρίν (το): χρωστική ουσία που παράγεται από το λάπις λάζουλι· το αντίστοιχο έντονο μπλε χρώμα που πλησιάζει το μοβ. Βλ. μπλε μαρέν. [< γαλλ. ultramarin]