Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 4 εγγραφές  [0-4]


  • μπλόφα μπλό-φα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. ενέργεια παραπλάνησης ή αποπροσανατολισμού του αντιπάλου: ~ στο πόκερ. Αλήθεια ή ~; Πβ. κόλπο, μπλοφάρισμα, τέχνασμα. 2. είδος χαρτοπαιγνίου. [< γαλλ. bluff]
  • μπλοφάρισμα μπλο-φά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): μπλόφα.
  • μπλοφάρω μπλο-φά-ρω ρ. (αμτβ.) {μπλόφαρ-α κ. μπλοφάρ-ισα} (προφ.): παραπλανώ, κάνω μπλόφα: Ο παίκτης προσποιήθηκε ότι χτύπησε για να ~ει.
  • μπλοφατζής μπλο-φα-τζής ουσ. (αρσ.) & μπλοφαδόρος (προφ.): πρόσωπο που κάνει μπλόφες.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.