Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μπογαλάκι μπο-γα-λά-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): μικρός μπόγος: Κουβαλούσε/κρατούσε μόνο ένα ~. Έφυγε κακήν κακώς μ' ένα ~ (ρούχα) και μία βαλίτσα. ● ΦΡ.: μαζεύω/παίρνω τα μπογαλάκια μου (προφ.): ετοιμάζω τις αποσκευές μου: Μάζεψε ~ του και πήγε στο εξωτερικό. (απειλητ.) ~ ~ και φεύγω.|| (μτφ.) Eίναι καιρός να πάρει ~ του από την εταιρεία (= να αποχωρήσει).

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.