Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 6 εγγραφές  [0-6]


  • μπογιά μπο-γιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. χρωστική ουσία, βαφή και κατ' επέκτ. επίστρωση επιφάνειας με αυτό το υλικό: ακρυλική/ματ/μεταλλική/σατινέ/φυσική ~. ~ για τα κάγκελα/τα μαλλιά/τον τοίχο. ~ παπουτσιών (πβ. βερνίκι). ~-λάκα. ~ σε σπρέι. Περνάω την ~ με πινέλο. Μυρίζει/στεγνώνει η ~. Κόκκινη ~ για να βάψουμε τα πασχαλινά αβγά.|| Έφυγε/ξέφτισε η ~. Βλ. κηρο~, λαδο~, νερο~. Βλ. βελατούρα, γλουτολίνη, ρελιέφ, ριπολίνη, τσιμεντόχρωμα. 2. {συνήθ. στον πληθ.} χρωματιστό μολύβι ζωγραφικής, ξυλομπογιά: κουτί με ~ιές. Μη τοξικές ~ιές ειδικές για παιδιά. ● ΦΡ.: (δεν) περνάει η μπογιά (κάποιου) βλ. περνώ [< τουρκ. boya]
  • μπόγιας μπό-γιας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-παλαιότ.) 1. πρόσωπο που αναλαμβάνει να συγκεντρώσει αδέσποτα σκυλιά και γάτες. 2. (κυρ. μτφ.) για αυταρχικό, σκληρό ή βίαιο άνθρωπο. Βλ. δήμιος. [< μεσν. μπόγιας < ιταλ. boia]
  • μπογιατζής μπο-για-τζής ουσ. (αρσ.) (προφ.): τεχνίτης που βάφει τοίχους ή άλλες επιφάνειες. Πβ. ασπριτζής, ελαιοχρωματιστής. Βλ. βαφέας. ● ΦΡ.: το μυαλό/τα μυαλά σου και μια λίρα (και του μπογιατζή ο κόπανος) βλ. λίρα [< τουρκ. boyacı]
  • μπογιατζίδικο μπο-για-τζί-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): χρωματοπωλείο. Βλ. -τζίδικο.
  • μπογιατίζω μπο-για-τί-ζω ρ. (μτβ.) {μπογιάτι-σα, (σπάν.) -στηκε, -σμένος} & μπογιαντίζω (προφ.): περνώ μια επιφάνεια με μπογιά: ~ τους τοίχους. Πβ. βάφω. [< τουρκ. boyadim]
  • μπογιάτισμα μπο-γιά-τι-σμα ουσ. (ουδ.) & μπογιάντισμα (προφ.): βάψιμο: ~ κτιρίου/τοίχου. Βούρτσα ~ίσματος. Σοβάτισμα και ~. Πβ. ελαιοχρωματισμός, χρωμάτισμα.

βαφέας

βαφέαςβα-φέ-ας ουσ. (αρσ.) {βαφ-είς, -έων} & (λαϊκό) βαφιάς {-άδες}: πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με το βάψιμο κυρ. αυτοκινήτων: ~-φανοποιός. Βλ. -έας, μπογιατζής. [< μεσν. βαφέας < αρχ. βαφεύς]

βελατούρα

βελατούραβε-λα-τού-ρα ουσ. (θηλ.): άσπρη μπογιά μεγάλης καλυπτικότητας, που χρησιμοποιείται ως υπόστρωμα πριν από το βάψιμο επιφανειών με το τελικό χρώμα: ~ νερού. Αντισκωριακά-~ες. Πβ. αστάρι. [< ιταλ. velatura]

δήμιος

δήμιοςδή-μι-ος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. (μτφ.) φονιάς, βασανιστής: ~οι της ελευθερίας/των λαών. 2. (παλαιότ., σήμερα σε ορισμένες χώρες) πρόσωπο διορισμένο από τις Αρχές που εκτελεί δημόσια τις θανατικές κυρ. ποινές. Πβ. εκτελεστής. Βλ. κρεμάλα, λαιμητόμος. [< 1: γαλλ. bourreau 2: αρχ. δήμιος]

λίρα

λίραλί-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. νομισματική μονάδα διαφόρων χωρών (σύμβ. ₤): ~ Αγγλίας (= στερλίνα· βλ. πένα2, σελίνι)/Αιγύπτου (βλ. πιάστρο). Τουρκική ~ (βλ. γρόσι). 2. (γενικότ.) χρυσό νόμισμα με διαφορετική, κατά τόπους και εποχές, αξία: κάλπικες ~ες. ~ παλαιάς κοπής. Σεντούκι με ~ες. Πβ. φλουρί. Βλ. κωνσταντινάτο. ● ΣΥΜΠΛ.: λίρα εκατό (μτφ.-προφ.): (συνήθ. για πρόσ.) πολύ αξιόλογος, πολύτιμος: Ο νέος παίκτης αποδείχτηκε ~ ~ (= χρυσός). Μεταγραφή ~ ~. ● ΦΡ.: το μυαλό/τα μυαλά σου και μια λίρα (και του μπογιατζή ο κόπανος) (προφ.): σε κάποιον που κάνει ή λέει ανοησίες. [< ιταλ. lira]

περνώ

περνώ[περνῶ] περ-νώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {περν-άς ..., -ώντας | περνούσε κ. πέρναγε, πέρ-ασα, περν-ιέμαι, περά-στηκε, -σμένος} & περνάω 1. κινούμαι μπροστά, πάνω, κάτω ή δίπλα από ένα σταθερό σημείο, αφήνοντάς το πίσω· μετακινούμαι προς συγκεκριμένη κατεύθυνση· φτάνω σε κάποιο μέρος και συνεχίζω την πορεία μου: ~ κάθε μέρα έξω από το σπίτι του. ~άει πολύς κόσμος από εδώ. ~ασε από μπροστά μου και δεν μου μίλησε. Η σφαίρα ~ασε ξυστά από το κεφάλι του. Κάνε στην άκρη να ~άσω.|| Μόλις ~ασε το λεωφορείο.|| (μτφ.) Όλη του η ζωή ~ασε (σαν ταινία) μπροστά από τα μάτια του. Βλ. ξανα~. 2. βρίσκομαι σε μια κατάσταση για κάποιο χρονικό διάστημα· διάγω, ζω: ~ αξέχαστα/ευχάριστα/μοναδικά/όμορφα/τέλεια/υπέροχα/χάλια. ~ αρκετό χρόνο μόνος μου/με τα παιδιά μου. ~άει δύσκολες ώρες. ~ασα όλο το πρωινό διαβάζοντας. ~ασε εδώ τη νύχτα (= διανυκτέρευσε, κοιμήθηκε εδώ). Πώς (τα) ~άσατε στις διακοπές/τις γιορτές; (ευχετ.) Να ~άς/~άσεις καλά! Βλ. κακο~, καλο~.|| ~ασε (= είχε) ευτυχισμένα παιδικά χρόνια/δύσκολη εφηβεία/στιγμές αγωνίας. Θέλω να ~άσω (= να μοιραστώ) τη ζωή μου μαζί σου! 3. διασχίζω, διέρχομαι: ~ τη γέφυρα/τον δρόμο (περπατώντας)/το ποτάμι (κολυμπώντας). ~ασαν απέναντι/μέσα από το δάσος.|| Υλικά που επιτρέπουν να ~άσει το ηλεκτρικό ρεύμα (: καλοί αγωγοί).|| (μτφ.) Το έργο ~ασε από πολλά στάδια. 4. έρχομαι ή πηγαίνω: Θα ~άσω να σε δω. ~ασα από τον δικηγόρο/την τράπεζα. Ας ~άσουμε στο σαλόνι! Να ~άσει ο επόμενος!|| (βγαίνω:) ~ασε έξω! Η κεφαλιά ~ασε άουτ.|| (μπαίνω:) Πες του να ~άσει! ~άστε μέσα! Αποχώρησε τραυματισμένος και στη θέση του ~ασε ο ... 5. επιτυγχάνω (σε εξέταση ή αγώνα): ~ασα! ~ασε με την πρώτη. (ΑΘΛ.) ~ασε στον επόμενο γύρο/στην κορυφή/στον τελικό (= προκρίθηκε).|| Δεν ~ασε (σ)τις πανελλαδικές/(σ)το τεστ. Δεν ~ασε τη βάση. Μετά βίας/με το ζόρι ~ασε την τάξη (= προάχθηκε, προβιβάστηκε). Μάθημα που ~ιέται δύσκολα/εύκολα.|| (για εξεταστή:) Τους ~ασε όλους (ΑΝΤ. απορρίπτω, αφήνω, κόβω). 6. (για υποψήφιο) γίνομαι δεκτός, εισάγομαι: Πού/σε ποια Σχολή ~ασες; Δεν ~ασε (στην) Αθήνα/εκεί που ήθελε/πουθενά/στο Πανεπιστήμιο. 7. υπερισχύω, υπερτερώ· υπερβαίνω: Τους ~άει όλους στην εξυπνάδα!|| Με ~ά (= είναι μεγαλύτερος) τρία χρόνια. Έχει ~άσει τα σαράντα.|| Οργάνωση που ~άει τα ... μέλη (: απαριθμεί πάνω από). ~ασε τα ... χλμ. την ώρα. Έχει ~άσει το μέτρο/τα όρια. Πβ. ξε~. 8. υφίσταμαι: Δεν φαντάζεσαι τι ~. ~άσαμε πολλά μαζί. Έχω ~άσει τα μύρια όσα/τα πάνδεινα.|| Ο κλάδος μας ~άει κρίση.|| Ποιες αρρώστιες ~άσατε μικρός; 9. υποβάλλομαι ή υποβάλλω κάποιον ή κάτι σε συγκεκριμένη διαδικασία, δοκιμασία: ~ από δίκη (= δικάζομαι)/εκπαίδευση (= εκπαιδεύομαι)/πειθαρχικό (συμβούλιο)/συνέντευξη. ~άσαμε (από) τον έλεγχο διαβατηρίων/το τελωνείο. Το αυτοκίνητο ~ασε από ΚΤΕΟ.|| Τους ~ασαν από ανάκριση (= τους ανέκριναν)/ιατρικές εξετάσεις (= τους εξέτασαν). 10. μεταβιβάζω, μεταφέρω ή μεταβιβάζομαι, μεταφέρομαι: ~ασε από αριστερά την μπάλα στον συμπαίκτη του. Προσπάθησε να ~άσει όπλο στη φυλακή. Τα αρχεία ~άστηκαν στο φλασάκι.|| Η φωτογραφία ~ασε από χέρι σε χέρι. Όταν πέθανε, η περιουσία του ~ασε στα παιδιά του (= την κληρονόμησαν). Μικρόβιο που ~άει από τα ζώα στον άνθρωπο (= κολλάει, μεταδίδεται). Κειμήλια που ~ούν από γενιά σε γενιά. 11. εκλαμβάνω, θεωρώ: Δεν είναι τόσο ηλίθιος όσο τον ~άς.|| (+ για) Για τι με ~άς, για (κανένα) κορόιδο; Τι το ~άσατε εδώ μέσα/πέρα; Παιδική χαρά;|| Με συγχωρείτε, σας ~ασα για άλλη (= σας μπέρδεψα). 12. καταχωρώ, καταγράφω: ~ τις βαθμολογίες. Δεν μου ~άστηκε ο βαθμός. Αγορές που έχουν ~αστεί στο βιβλίο εξόδων/στα έξοδα. 13. (μτφ.) μεταβαίνω: ~ασε (= βγήκε) στην αντεπίθεση. Θα ~άσω τώρα στη δεύτερη ενότητα/στο τελευταίο θέμα. Είναι καιρός να ~άσουμε από τα λόγια στα έργα. Αν δεν μπορείτε να λύσετε μια άσκηση, ~άστε στην επόμενη. Θέμα που ~ασε σε δεύτερη μοίρα/πρώτο πλάνο. 14. βάφω, (επι)καλύπτω με υλικό ή σπανιότ. καθαρίζω μια επιφάνεια: ~άμε το ξύλο με βερνίκι. Τα κάγκελα θα ~αστούν και τρίτο χέρι/χρώμα.|| ~ασα το δωμάτιο με την ηλεκτρική σκούπα/τα τζάμια με καθαριστικό. Το πάτωμα ~άστηκε με παρκετίνη. 15. βάζω κάτι γύρω από κάτι άλλο· γενικότ. τοποθετώ: ~ασε το μετάλλιο στο λαιμό του/το σχοινί γύρω από τη μέση του. ~ασε το χέρι του στους ώμους της.|| Του ~ασαν χειροπέδες (= του έβαλαν, του φόρεσαν). 16. προσπερνώ: (Με) ~ασε από αριστερά. Μας ~ασε (= ξεπέρασε) στο τρέξιμο. Με ~ασε σα(ν) σταματημένο. 17. διαπερνώ: Οι ακτίνες του ήλιου ~ούν μέσα από το παράθυρο. Οι σφαίρες ~ασαν (= τρύπησαν) τα τζάμια του αυτοκινήτου.|| ~άμε το κρέας σε καλαμάκια (πβ. διατρυπώ).|| (για υγρά:) Η βροχή ~ασε το παλτό μου. 18. (μετα)κινώ κάτι μέσα από ένα άνοιγμα, το βάζω από τη μία πλευρά του και το βγάζω από την άλλη: ~ την κλωστή στη βελόνα/τα κορδόνια στα παπούτσια. 19. χρησιμοποιώ μαγειρικό σκεύος ή άλλο μηχάνημα, για να επεξεργαστώ μαγειρικά υλικά: ~άμε το αλεύρι από τη σήτα/τη σάλτσα από το μπλέντερ. 20. (προφ.) διαβάζω: Δεν προλαβαίνω να ~άσω ξανά τις σημειώσεις. 21. (προφ.) παραλείπω (στοιχείο μιας ακολουθίας): ~ασες (= πήδηξες) μια γραμμή, καθώς διάβαζες.περνά & περνάει 1. παύει να υπάρχει, τελειώνει, γίνεται παρελθόν· (ειδικότ. για χρόνο) κυλά: Τα νιάτα ~ούν. Τα συμπτώματα ~άνε (= εξαφανίζονται) μετά από λίγες μέρες. Ο κίνδυνος/το χειρότερο ~ασε. Μόδα είναι, θα ~άσει. Κρίση ήταν και ~ασε. ~ασε η σειρά μου. Πάει, ~ασε, ό,τι έγινε, έγινε. Δεν θα ~άσει έτσι αυτό! Μην αφήσεις την ευκαιρία να ~άσει (= να πάει χαμένη).|| Πόσο γρήγορα/πώς ~ η ώρα! Δεν ~άνε οι μέρες με τίποτα! ~άνε τα χρόνια (: γερνάμε, μεγαλώνουμε). Όσο ~ούσαν τα λεπτά, η αγωνία μεγάλωνε. ~ασε κιόλας ένας μήνας! Τη χρονιά που ~ασε (: την περασμένη). ~ασε (= πάει) καιρός από τότε που ... Έχουν ~άσει δέκα ώρες από την εξαφάνισή του. Να ~άσει κι αυτή η βδομάδα! Πβ. παρέρχεται. 2. γίνεται αποδεκτός, εγκρίνεται, ψηφίζεται: ~ασε ο νόμος/η τροπολογία για ... Δεν ~ασαν τα μέτρα/οι προτάσεις.|| Οι απειλές σου δεν ~ούν (εδώ/σε μένα) (= δεν έχουν αποτέλεσμα, δεν πιάνουν)! Δεν θα ~άσει ο τσαμπουκάς!|| Δεν ~ (= μετράει) ο λόγος μας.|| Το εισιτήριο/το νόμισμα αυτό δεν ~ πια (= δεν είναι έγκυρο, δεν ισχύει). ● Παθ.: περνιέμαι (προφ.): (+ για) θεωρούμαι: Βαρέθηκα να ~ για θύμα.|| (ειρων.) ~ιέσαι για άντρας με αυτά που κάνεις; ~ιέται για ειδικός. Τώρα αυτή ~ιέται για σοβαρή εφημερίδα; ● ΦΡ.: (δεν) περνάει η μπογιά (κάποιου) (προφ.): (δεν) είναι ικανός για κάτι ή επιθυμητός, κυρ. με βάση την ηλικία ή την ομορφιά: ~ ~ της ακόμη στον χώρο του μόντελινγκ. Δεν ~ ~ του εδώ/πια. Πβ. έχει (μεγάλη) πέραση., αυτό δεν θα περάσει έτσι! & δεν θα το αφήσω να περάσει έτσι: ως απειλή ή προειδοποίηση ότι δεν πρόκειται να ξεχαστεί κάτι άδικο ή προσβλητικό που έγινε ή ειπώθηκε, ότι θα υπάρξει ανταπάντηση ή αντεκδίκηση. Πβ. θα μου το πληρώσεις!, για να περάσει/περνάει η ώρα: για κάτι που δεν έχει ιδιαίτερη σημασία: Λέμε και κανένα ανέκδοτο/αστείο (πού και πού), ~ ~.|| Παιχνίδια για να περνάει ~., μου περνά (από το μυαλό/τον νου): συλλαμβάνω μια ιδέα, σκέφτομαι κάτι ή υποψιάζομαι: Προς στιγμή, μου ~ασε η σκέψη να ... Μου ~ασε η υποψία μήπως/ότι ...|| Ποτέ δεν μου ~ασε ~ αυτή η πιθανότητα., μου περνάει (κάτι): σταματώ να νιώθω κάτι, συνήθ. δυσάρεστο ή ενοχλητικό: Μου ~ασε το κέφι (= δεν έχω πια)/η πείνα (= δεν πεινάω). -Είσαι ακόμα θυμωμένος; -Μπα, μου ~ασε.|| Μόνο με αντιβίωση θα ~άσει το κρύωμα. Ακόμα να μου ~άσει ο πονοκέφαλος., μου περνάει/περνάει το δικό μου: γίνεται ή πετυχαίνω αυτό που θέλω: Δεν θα σου ~άσει αυτή τη φορά! Δεν πρόκειται να τους ~άσει! Θέλει πάντα να περνάει το δικό του., πέρασε τον Ατλαντικό: για κάτι που μεταδίδεται από την Ευρώπη στις ΗΠΑ ή/και αντίστροφα: η κρίση/η φήμη του ~ ~., περνάει στα χέρια κάποιου: έρχεται στην κατοχή του, αποκτά τον έλεγχο, την ευθύνη: Η εξουσία/η εταιρεία/η περιουσία πέρασε ~ ~ του.|| Η υπόθεση έχει ~άσει ~ της Δικαιοσύνης., περνώ/φεύγω μπροστά: προηγούμαι: Το τελευταίο δεκάλεπτο η ομάδα πέρασε ~ και πήρε τη νίκη., (τα) περνάω καλά/άσχημα βλ. καλά, (την) περνάω ζάχαρη βλ. ζάχαρη, άλλαξαν/πέρασαν/φόρεσαν βέρες(/δαχτυλίδια) βλ. βέρα, βγαίνω/περνώ στην παρανομία βλ. παρανομία, δεν χωράει (να περάσει) απ' την πόρτα βλ. πόρτα, διέβη/πέρασε τον Ρουβίκωνα βλ. Ρουβίκων, έχω/περνάω (μεγάλο) ζόρι/(μεγάλα) ζόρια βλ. ζόρι, ζω/τη βγάζω/περνώ σπαρτιάτικα βλ. σπαρτιατικός, κάνω τα αδύνατα δυνατά/ό,τι περνά(ει) από το χέρι μου βλ. αδύνατος, κάτι περνάει στα ψιλά (γράμματα) βλ. ψιλά, με περνά ένα κεφάλι βλ. κεφάλι, μπόρα είναι (και) θα περάσει βλ. μπόρα, ο έρωτας περνά από το στομάχι βλ. στομάχι, ο χρόνος δεν πέρασε από πάνω του βλ. χρόνος, όσο περνάει από το χέρι μου βλ. χέρι, πέρασε και/αλλά δεν ακούμπησε βλ. ακουμπώ, περνά απαρατήρητος βλ. απαρατήρητος, περνά από πολλά χέρια βλ. χέρι, περνά από τα χέρια κάποιου βλ. χέρι, περνά από το χέρι μου βλ. χέρι, περνά/μένει/μπαίνει στην ιστορία βλ. ιστορία, περνάω κάτι (στο) ντούκου βλ. ντούκου, περνάω μια βόλτα βλ. βόλτα, περνάω το μήνυμα βλ. μήνυμα, περνώ (κάτι) από την τρύπα/το μάτι της βελόνας βλ. τρύπα, περνώ (κάτω/μέσα) από καυδιανά δίκρανα βλ. καυδιανός, περνώ από (ψιλό) κόσκινο βλ. κόσκινο, περνώ από σαράντα/χίλια κύματα βλ. κύμα, περνώ από τα χέρια κάποιου βλ. χέρι, περνώ κάποιον (από) γενεές δεκατέσσερις βλ. γενεά, περνώ κάποιον από λεπίδι/πέφτει λεπίδι βλ. λεπίδι, περνώ με κόκκινο βλ. κόκκινος, περνώ το κατώφλι βλ. κατώφλι, σαν να μην πέρασε μια μέρα βλ. μέρα, τα πάω/περνάω ζάχαρη με κάποιον βλ. ζάχαρη, την περνάω/την βγάζω κοτσάνι βλ. κοτσάνι ● βλ. περασμένος [< μεσν. περνώ]

-τζίδικο

-τζίδικο& (σπάν.) -τζήδικο: επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών που δηλώνει κατάστημα: (που προσφέρει συνήθ. συγκεκριμένο είδος φαγητού ή γλυκού:) λουκουμα~/παγωτα~/πατσα~/σουβλα~ (πβ. -ερί). Βλ. -ερία.|| Προπο~/φαναρ~/ψιλικα~. Βλ. -ικο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.