μπολ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: δοχείο με καμπυλωτό σχήμα στο κάτω μέρος, που χρησιμοποιείται συνήθ. ως μαγειρικό σκεύος: ασημένιο/βαθύ/γυάλινο/διαφανές/κεραμικό/μεταλλικό/ξύλινο/πλαστικό ~. ~ παγωτού. ~ του μίξερ. ~ με καπάκι. ~ για σαλάτα. Σε ένα ~ ρίχνουμε/χτυπάμε τα υλικά για την κρέμα.|| (συνεκδ.) Ένα ~ δημητριακά με γάλα για πρωινό (: η αντίστοιχη ποσότητα). Βλ. γαβάθα. ● Υποκ.: μπολάκι (το) [< γαλλ. bol]
μπολ μπόι μπολ μπό-ι ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: (αρχικά στο τένις, σήμερα κ. στο ποδόσφαιρο) καθένα από τα νεαρά συνήθ. άτομα που βρίσκονται περιμετρικά του αγωνιστικού χώρου και προμηθεύουν γρήγορα με μπάλες τους αθλητές μέσα στο γήπεδο. [< αγγλ. ball boy, 1903]
μπολερό μπο-λε-ρό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. κοντό γυναικείο ζακετάκι, ανοιχτό συνήθ. μπροστά. Βλ. -ερό.2. ΜΟΥΣ. ισπανικός χορός με κοφτές στροφές και απότομες παύσεις και το αντίστοιχο είδος μουσικής που τον συνοδεύει σε αργό τέμπο (3/4) και χαρακτηρίζεται από έντονα συναισθηματική θεματολογία. [< γαλλ. boléro]
μπόλι μπό-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. ΓΕΩΠ. μόσχευμα: αγριελιά μπολιασμένη με ήμερο ~. Το ~ έπιασε.2. (σπάν.) εμβόλιο. [< μτγν. ἐμβόλιον ‘λόγχη, αυτό που εντίθεται, σφήνα’]
μπόλια μπό-λια ουσ. (θηλ.) 1. ΛΑΟΓΡ. μακρόστενο μαντίλι που φορούσαν οι γυναίκες στο κεφάλι: άσπρη/μεταξωτή/πολύχρωμη ~. ~ με δαντέλα/κεντήματα. Πβ. μαντίλα, τσεμπέρι, φακιόλι.2. (λαϊκό) υμένας που περιβάλλει τα όργανα της κοιλιακής χώρας των σφαγμένων ζώων: αρνίσια ~. Βλ. περιτόναιο. ΣΥΝ. σκέπη (2) [< μεσν. μπόλια < βεν. imbolia]
μπολιάζω μπο-λιά-ζω ρ. (μτβ.) {μπόλια-σα, -στηκε, -σμένος, μπολιάζ-οντας} (λαϊκό) 1. τοποθετώ μπόλι για τη δημιουργία νέας ποικιλίας φυτών: ~ την αγριελιά. ~σμένο: δέντρο. ΣΥΝ. εμβολιάζω (2), κεντρώνω, μεταμοσχεύω (2) 2. (μτφ.) ενσωματώνω, συνδυάζω: Κάθε πολιτισμός ~ει και ~εται με στοιχεία άλλων. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του ~στηκε με τις παραδόσεις του τόπου του.
μπόλιασμα μπό-λια-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μπολιάζω: (ΓΕΩΠ.) ~ αμπελώνα/δέντρων/φυτών. Πβ. εμβολιασμός, κέντρωμα.|| (μτφ.) ~ ιδεών και αντιλήψεων/πολιτισμών. Πβ. διαπίδυση, όσμωση.
μπολντ επίθ. {άκλ.}: ΤΥΠΟΓΡ. (για τύπο χαρακτήρων) έντονος: ~ γράμματα/λέξεις. Κάνω ~ μία φράση.|| (ως ουσ.) Οι απαντήσεις είναι με/σε ~ (= έντονη γραφή). Βλ. ημίμαυρος, λευκά. [< αγγλ. bold]
μπολονέζ μπο-λο-νέζ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & μπολονιέζε: ΜΑΓΕΙΡ. μακαρονάδα με σάλτσα κυρ. από κιμά, ντομάτα και μπαχαρικά· συνεκδ. η αντίστοιχη σάλτσα: Έφαγα/παρήγγειλα μία ~.|| Σπαγγέτι ~. Λαζάνια αλά ~. Βλ. καρμπονάρα, ναπολιτέν. [< ιταλ. bolognese]
μπολσεβίκικος , η, ο μπολ-σε-βί-κι-κος επίθ. & (σπάν.) μπολσεβικικός, ή, ό: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον μπολσεβικισμό ή τους μπολσεβίκους.
μπολσεβικισμός μπολ-σε-βι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) ΠΟΛΙΤ. 1. ΙΣΤ. ιδεολογία και πρακτική των μπολσεβίκων, καθώς και το καθεστώς του προλεταριάτου που επικράτησε στην ΕΣΣΔ μετά την κομμουνιστική επανάσταση. Βλ. μαξιμαλισμός.2. (κατ' επέκτ.-παλαιότ.) κομμουνισμός ή επαναστατικός σοσιαλισμός.
μπολσεβίκος μπολ-σε-βί-κος ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. μπολσεβίκα} ΠΟΛΙΤ. 1. ΙΣΤ. μέλος του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος της Ρωσίας που χωρίστηκε από τους Μενσεβίκους και έγινε το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης με αρχηγό τον Λένιν. 2. (κατ' επέκτ.-παλαιότ.) κομμουνιστής. [< ρωσ. bolshevík, αγγλ. Bolshevik, περ. 1914, γαλλ. bolchevik, 1917]
γαβάθα
γαβάθαγα-βά-θα ουσ. (θηλ.): μεγάλο βαθύ σκεύος σαν λεκάνη, συνήθ. ξύλινο ή πήλινο, σε χρήση κυρ. παλαιότ. για την προετοιμασία ή το σερβίρισμα του φαγητού· συνεκδ. μεγάλη ποσότητα φαγητού: Έφαγε μια ~ παγωτό. Πβ. τσανάκα. Βλ. μπολ, πιατέλα. [< μεσν. γαβάθα]
-ερό
-ερό: παραγωγικό επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών∙ δηλώνει δοχείο για την αποθήκευση υγρού, αντικείμενο με συγκεκριμένη χρήση: τσαγ(ι)~ (πβ. -ιέρα).|| Mπιμπ~.|| Φυσ~.|| Μπανι~/μπολ~.
ημίμαυρος
ημίμαυρος, η, ο [ἡμίμαυρος] η-μί-μαυ-ρος επίθ.: ΤΥΠΟΓΡ. (για τύπο χαρακτήρων) που το χρώμα του είναι λιγότερο έντονο από το μαύρο: ~α: στοιχεία. Βλ. λευκά, μπολντ.
καρμπονάρα
καρμπονάρακαρ-μπο-νά-ρα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. μακαρονάδα με σάλτσα κυρ. από αβγά, μπέικον, τυρί και κρέμα γάλακτος· συνεκδ. η συγκεκριμένη σάλτσα: ιταλική ~. ~ φούρνου.|| Πένες/πίτσα ~. Σπαγγέτι αλά ~. Βλ. μπολονέζ, ναπολιτέν. [< ιταλ. (alla) carbonara]
μαξιμαλισμός
μαξιμαλισμόςμα-ξι-μα-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. υποστήριξη ακραίων και ριζοσπαστικών λύσεων, στόχων και θέσεων, συνήθ. στην πολιτική· γενικότ. οποιαδήποτε υπερβολή: διπλωματικός/δογματικός/λαϊκιστικός ~. ~ στην τέχνη. ΑΝΤ. μινιμαλισμός 2. ΙΣΤ. -ΠΟΛΙΤ. πολιτική θεωρία μερίδας του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Ρωσίας που πρέσβευε τη νίκη της επανάστασης μέσω της τρομοκρατίας. Βλ. -ισμός, μπολσεβικισμός. [< γαλλ. maximalisme]
περιτόναιο
περιτόναιοπε-ρι-τό-ναι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -αίου}: ΑΝΑΤ. υμένας που περιβάλλει τα τοιχώματα και τα σπλάχνα της κοιλιάς και της πυέλου, εκτός από τις ωοθήκες: φλεγμονή του ~αίου. Βλ. μπόλια. [< αρχ. περιτόναιον, γαλλ. péritoine, αγγλ. peritoneum]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.