Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μπολσεβίκος μπολ-σε-βί-κος ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. μπολσεβίκα} ΠΟΛΙΤ. 1. ΙΣΤ. μέλος του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος της Ρωσίας που χωρίστηκε από τους Μενσεβίκους και έγινε το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης με αρχηγό τον Λένιν. 2. (κατ' επέκτ.-παλαιότ.) κομμουνιστής. [< ρωσ. bolshevík, αγγλ. Bolshevik, περ. 1914, γαλλ. bolchevik, 1917]