Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • μπορντό μπορ-ντό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. το βαθυκόκκινο χρώμα του κρασιού: καφέ-~ (ενν. χρώμα). Ντυμένη στα ~ (ενν. ρούχα). Πβ. βυσσινί, γκρενά, πορφυρό.|| (ως επίθ.) ~ μπλούζα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κρασί της ομώνυμης περιοχής της Γαλλίας. [< γαλλ. bordeaux]
  • μπορντούρα μπορ-ντού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. διακοσμητικό πλαίσιο, τελείωμα ή γενικότ. άκρη αντικειμένου: ασημένια/αυτοκόλλητη/γύψινη/δαντελένια/μεταξωτή/ξύλινη/σκαλιστή/χρυσή ~. ~ πιάτου/τοίχου/υφάσματος (πβ. παρυφή)/χαρτιού (πβ. βινιέτα). ~ από λουλούδια. Κέντημα/μανίκια/τραπεζομάντιλο/φόρεμα με ~. Ταπετσαρίες-~ες. Βλ. ζωφόρος, ρέλι, σιρίτι, τρέσα, φεστόνι. 2. φράχτης ή σειρά φυτών, συνήθ. με ψαλιδισμένο σχήμα, στην άκρη ή σε μονοπάτι κήπου: χαμηλή ~. Ηλεκτρικό ψαλίδι/κουρευτικό ~ας. Θάμνοι σε διάταξη ~ας. Πβ. φυτοφράκτης. [< ιταλ. bordura]

ζωφόρος

ζωφόροςζω-φό-ρος ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ζωοφόρος: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. το τμήμα πάνω από το επιστύλιο και κάτω από το γείσο, το οποίο φέρει συνήθ. συνεχή ανάγλυφη παράσταση, ενίοτε με μυθολογικές ή ιστορικές απεικονίσεις έμψυχων όντων· η τριγωνική εσοχή που περιβάλλεται από το επιστύλιο και τα δύο γείσα: ανατολική ~ (σε ιωνικό ναό). H ~ του Παρθενώνα. Βλ. -φόρος. [< μτγν. ζῳφόρος]