Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • μπουντρούμι μπου-ντρού-μι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. σκοτεινό υπόγειο και γενικότ. χαμηλός, στενός και χωρίς αερισμό χώρος. 2. (ειδικότ.) φυλακή, κρατητήριο: Τον έκλεισαν/έριξαν στο ~. [< τουρκ. bodrum]