Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [1-2]


  • μπουρδέλο μπουρ-δέ-λο ουσ. (ουδ.) & μπορντέλο 1. (λαϊκό) οίκος ανοχής. ΣΥΝ. πορνείο, χαμαιτυπείο 2. (μτφ.-υβριστ.) ακαταστασία, αναστάτωση και γενικότ. έλλειψη οργάνωσης: Τα έκαναν ~ (= άνω κάτω, μπάχαλο). Γίναμε ~. (ως παραθετικό σύνθ.) Ομάδα-~. Πβ. αχούρι, κωλοχανείο. [< μεσν. μπουρδέλο < βεν. bordelo]
  • μπουρδελότσαρκα μπουρ-δε-λό-τσαρ-κα ουσ. (θηλ.) (αργκό): επίσκεψη συνήθ. νεανικής παρέας σε οίκους ανοχής: Βγήκαν/πήγαν ~. Βλ. μπαρότσαρκα.

μπαρότσαρκα

μπαρότσαρκαμπα-ρό-τσαρ-κα ουσ. (θηλ.) (νεαν. αργκό) : βραδινή έξοδος σε διάφορα μπαρ: Βγαίνω/πάω για ~.