Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 3 εγγραφές  [1-3]


  • μπουρού μπου-ρού ουσ. (θηλ.) 1. (λαϊκό-παρωχ.) σειρήνα: ~ εργοστασίου/καραβιού. Βλ. -ού4. 2. μεγάλο κοχύλι (επιστ. ονομασ. Charonia tritonis) με βαθιά εσοχή που βγάζει ισχυρό χαρακτηριστικό ήχο, όταν φυσήξει κάποιος μέσα από την τρύπα στην κόχη του. [< τουρκ. boru]
  • μπούρου μπούρου βλ. μπουρ-μπουρ
  • μπουρούχα μπου-ρού-χα ουσ. (θηλ.) (νεαν. αργκό-μειωτ.) 1. παλιά μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού. 2. (μτφ.) γυναίκα εύσωμη και άσχημη. Πβ. μπάζο.

μπουρ-μπουρ

μπουρ-μπουρουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπούρου-μπούρου (προφ.): ακατάσχετη φλυαρία: Σταματήστε πια αυτό το ~ ~ όλη την ώρα. Πβ. μπίρι-μπίρι. [< λ. ηχομιμητ.]

-ού<sup>4</sup>

-ού<sup>4</sup>{-ούδες}: κατάληξη ανισοσύλλαβων ουσιαστικών θηλυκού γένους: μπουρ~/φουφ~.|| Αλεπ~/μαϊμ~.