Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μποϊκοτάζ μπο-ϊ-κο-τάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μποϊκοτάρισμα 1. αποχή από διαδικασία με σκοπό την ακύρωσή της ή γενικότ. ως μορφή αντίδρασης, ως έκφραση αποδοκιμασίας: ~ των εκλογών. 2. ΟΙΚΟΝ. εμπορικός αποκλεισμός: ~ κατά της ακρίβειας/στα τρόφιμα. Kάνω (= μποϊκοτάρω)/κηρύσσω ~. ΣΥΝ. εμπάργκο (1) [< γαλλ. boycottage]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.