Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μωρομάνα μω-ρο-μά-να ουσ. (θηλ.) (προφ.): μητέρα που έχει γεννήσει πρόσφατα ή γενικότ. έχει μωρό παιδί: εργαζόμενη ~. Βλ. -μάνα.

-μάνα

-μάναβ' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών για τον χαρακτηρισμό 1. της μάνας: αγορο~/μικρο~/μωρο~. Καλο~/ψυχο~.|| (για περιοχή ή πόλη) Λεβεντο~ (πβ. -γέννα)/φτωχο~. 2. (σπάν.-μεγεθ.) του πιο μεγάλου μεταξύ ομοειδών: (ΖΩΟΛ.) καβουρο~.