Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μόλις μό-λις επίρρ. 1. πριν από λίγο, πριν από ελάχιστο χρόνο: ~ βγήκα/γύρισα/επέστρεψα/έφευγα/ξεκίνησα/τηλεφώνησα. ~ έφυγε το πλοίο/πέρασε το λεωφορείο. ~ σε σκεφτόμουν! ~ προ ολίγου/τώρα ξύπνησα. 2. πολύ δύσκολα, με κόπο ή ελάχιστα: ~ ακούγομαι/ανάσαινε/αντέχω/προλαβαίνω/συγκρατιέμαι (να μην ...). ~ που τα βγάζω πέρα. ΣΥΝ. ίσα ίσα (1) 3. (εμφατ.) για κάποιον ή κάτι πρόσφατο ή λιγότερο, μικρότερο από το συνηθισμένο, από το μέτρο: Πέθανε ~ σαράντα ετών. Μένω ~ πέντε βήματα πιο πέρα. Βρίσκεται σε απόσταση δέκα ~ λεπτών. Μου χάλασε μια συσκευή ~ λίγων μηνών. 4. (σύνδ., εισάγει δευτερεύουσα χρον. πρόταση) για κάτι που συμβαίνει ταυτόχρονα ή αμέσως μετά από αυτό που δηλώνει η πρόταση εξάρτησης: ~ σχολάσεις, έλα αμέσως σπίτι. Πες μου ~ αρχίσει η ταινία. ~ έμαθε τα ευχάριστα νέα, με αγκάλιασε. Η βροχή σταμάτησε ακριβώς ~ μπήκα στο αυτοκίνητο. Πβ. αφού, όταν. ● ΦΡ.: (μόλις και) μετά βίας βλ. βία, τώρα δα/μόλις βλ. τώρα [< αρχ. μόλις]

βια

βιαουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): βιασύνη. ΣΥΝ. βιάση [< αρχ. βία με συνίζηση]

τώρα

τώρατώ-ρα επίρρ. 1. αυτή την ώρα, αυτή τη στιγμή: Πού να βρίσκεται ~; (Έ)ως/ίσαμε/μέχρι ~ δεν έχει σημειωθεί κανένα πρόβλημα. Τι θυμήθηκα ~! Γίνε μέλος/κάντε κράτηση ~! Παλιότερα τον δικαιολογούσα, αλλά ~ δεν μπορώ. ~ βέβαια μιλάμε εντελώς θεωρητικά. Να περάσουμε ~ στο συμβάν. Και ~ έρχομαι στο διά ταύτα.|| Aπό ~ (= εδώ) και μετά/στο εξής/στο μέλλον. ~ πλέον τα πράγματα έχουν αλλάξει. Δεν είναι ~ πια της μόδας. ~ να δούμε τι θα γίνει. ~ που μπορώ, θα πάω διακοπές.|| Άλλοτε και ~ (= σήμερα). ΑΝΤ. παλιά.|| (ως ουσ., το παρόν:) Το τότε/πριν/χτες και το ~. Το ~ και το αύριο/μετά. Προσπαθεί να ζήσει το ~ και να ξεχάσει το παρελθόν. 2. αμέσως: Ειδοποίησέ την ~! Πες του να έρθει ~! Ό,τι είναι να γίνει πρέπει να γίνει ~! (εμφατ.) ~ αμέσως. 3. για να δοθεί έμφαση σε κάτι που έχει αρχίσει από καιρό ή στη χρονική διάρκεια γεγονότος: Χρόνια ~ ακούμε τα ίδια και τα ίδια. Eίναι δυο χρόνια ~ που ασχολείται με την υπόθεση. Πάνε ~ έξι μήνες που δεν την έχουμε δει. 4. για να δηλωθεί απορία, αδιέξοδο, δυσαρέσκεια, απειλή: Και ~ τι κάνουμε;|| ~ πια είναι αργά.|| ~ βρήκες και συ την ώρα να το συζητήσουμε.|| ~ θα δει τι έχει να πάθει! ● ΦΡ.: από τώρα; (προφ.): από τόσο νωρίς;: Φεύγουμε ~ ~; ~ ~ πας να κοιμηθείς;, ή τώρα ή ποτέ: για κάτι που πρέπει να γίνει εξάπαντος ή να ξεκινήσει τη στιγμή που μιλάμε: Είπα ~ ~ και το τόλμησα!, τώρα δα/μόλις (προφ.) 1. πριν από πολύ λίγο: ~ ~ με πήρε τηλέφωνο. Πβ. προ ολίγου. 2. αυτή(ν) ακριβώς τη στιγμή: Αυτό σκεφτόμουν ~ ~., τώρα μάλιστα (προφ.): δηλώνει επιβράβευση ή αποδοκιμασία, δυσαρέσκεια: ~ ~, σε παραδέχομαι!|| ~ ~! Μας σώσατε., τώρα τελευταία (προφ.): εδώ και λίγο καιρό: Δεν αισθάνομαι καλά ~ ~ (= τον τελευταίο καιρό)., αιώνες τώρα βλ. αιώνας, εδώ και τώρα βλ. εδώ, έλα τώρα/δα! βλ. έλα, έτσι/τώρα εξηγείται! βλ. εξηγώ, θα σου 'λεγα (τώρα) βλ. λέω, λέμε τώρα βλ. λέω, μη χέ(σω) (τώρα) βλ. χέζω, τώρα δέσαμε! βλ. δένω, τώρα είναι που ... βλ. που, τώρα κοντά βλ. κοντά, τώρα που βρήκαμε παπά, ας/να θάψουμε πεντέξι βλ. παπάς, τώρα που γυρίζει βλ. γυρίζω [< μτγν. τώρα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.