Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μόνιμος , η, ο μό-νι-μος επίθ. {-ου (λόγ.) -ίμου} 1. που δεν αλλάζει, αμετάβλητος, συνεχής: ~ος: διορισμός/θαμώνας/πόνος. ~η: απασχόληση/απειλή/διαμονή/διαφωνία/διεύθυνση/δουλειά/εγκατάσταση/ειρήνη/έκθεση (μουσείου, πινακοθήκης)/επιτροπή/κατάσταση/κατοικία/στήλη (σε εφημερίδα). ~ο: άγχος/εισόδημα/ενδιαφέρον/θέμα (αντιπαράθεσης, διαμάχης, συζήτησης)/μέλος/πρόβλημα. ~οι: πελάτες. Επί ~ίμου βάσεως (= σε σταθερή βάση). Τίποτα δεν είναι ~ο στη ζωή, όλα έρχονται και παρέρχονται. Πβ. διαρκής. ΑΝΤ. παροδικός, περιστασιακός, πρόσκαιρος, προσωρινός 2. (συνήθ. για υπάλληλο) που έχει σταθερή θέση εργασίας από την οποία δεν μπορεί να απολυθεί, εφόσον ασκεί νομίμως τα καθήκοντά του: ~ος: εκπαιδευτικός/επιμελητής/επίκουρος καθηγητής/πάρεδρος/συνεργάτης. (Μη) ~ο προσωπικό. ~ αντιπρόσωπος στην Ευρωπαϊκή Ένωση/στα Ηνωμένα Έθνη (βλ. ειδικός). ΑΝΤ. έκτακτος (2), εποχιακός & εποχικός ● επίρρ.: μόνιμα & (λόγ.) μονίμως ● ΣΥΜΠΛ.: Επιτροπή Μονίμων Αντιπροσώπων βλ. αντιπρόσωπος ● ΦΡ.: ουδέν μονιμότερον του προσωρινού (λόγ.): για κάτι που εφαρμόζεται και ισχύει προσωρινά, αλλά συχνά παρατείνεται και παραμένει επ' αόριστον: Τα μέτρα είναι δοκιμαστικά, αλλά βέβαια, ~ ~. [< αρχ. μόνιμος, γαλλ. permanent]

αντιπρόσωπος

αντιπρόσωπος[ἀντιπρόσωπος] α-ντι-πρό-σω-πος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {αντιπροσώπ-ου | -ων, -ους}: πρόσωπο που με εξουσιοδότηση ενεργεί ή παρίσταται για λογαριασμό άλλου: ειδικός/εξουσιοδοτημένος/επίσημος/μόνιμος/νόμιμος ~. Οι ~οι του έθνους/του λαού (: οι βουλευτές). Οι ~οι του Θεού (: οι ιερείς). Ορίστηκε/στάλθηκε (ως) ~. ~-πωλητής. Η Βουλή των ~ων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πβ. απεσταλμένος, πληρεξούσιος, πράκτορας.|| (ΝΟΜ.) Άμεσος/έμμεσος ~.|| (σπανιότ.) Βασικός ~ (= εκφραστής) μιας άποψης/ομάδας. ΣΥΝ. εκπρόσωπος. Βλ. -πρόσωπος. ● ΣΥΜΠΛ.: αποκλειστικός αντιπρόσωπος: ΕΜΠΟΡ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει το δικαίωμα της αποκλειστικής διάθεσης των προϊόντων μιας επιχείρησης σε ορισμένη περιοχή: ~ ~ και διανομέας/εισαγωγέας της εταιρείας ... [< αγγλ. exclusive representative] , δικαστικός αντιπρόσωπος: νομικός στον οποίο ανατίθεται ο έλεγχος για τη νομιμότητα της εκλογικής διαδικασίας και της έκδοσης των αποτελεσμάτων εκλογικού τμήματος., διπλωματικός αντιπρόσωπος/εκπρόσωπος: πρόσωπο επίσημα εξουσιοδοτημένο από το κράτος να το εκπροσωπεί διπλωματικά στο εξωτερικό. Πβ. διπλωμάτης, επιτετραμμένος, πρεσβευτής., εκλογικός αντιπρόσωπος: αντιπρόσωπος κόμματος ή υποψηφίου σε εκλογικό τμήμα, στον οποίο ανατίθεται η τήρηση της διαφάνειας της εκλογικής διαδικασίας και της ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων., εμπορικός αντιπρόσωπος: φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αντιπροσωπεύει μία ή περισσότερες παραγωγικές ή εμπορικές επιχειρήσεις έναντι των πελατών εμπόρων. Βλ. διανομέας. , Επιτροπή Μονίμων Αντιπροσώπων (ακρ. ΕΜΑ): όργανο που αποτελείται από πρέσβεις των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έχει ως έργο την προετοιμασία των εργασιών του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [< γαλλ. Comité des Représentants Permanents] [< μεσν. αντιπρόσωπος, γαλλ. représentant, αγγλ. representative]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.