Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 15 εγγραφές  [0-15]


  • μονός , ή, ό μο-νός επίθ. 1. που αποτελείται από ένα μέρος, στοιχείο: ~ός: δίσκος. ~ή: γραμμή/θήκη/ταρίφα. ~ό: διάστημα. Πβ. απλός. 2. (για αριθμό) που δεν δίνει ακέραιο πηλίκο όταν διαιρεθεί με το δύο: ~ό: ψηφίο. Tο άθροισμα δύο ~ών αριθμών είναι ζυγό. Πβ. περιττός. ΑΝΤ. ζυγός (1) 3. που αναλογεί σε ένα άτομο: ~ό: δωμάτιο (= μονόκλινο)/κρεβάτι/σεντόνι/στρώμα. Βλ. διπλός. ● Ουσ.: μονά (τα) 1. μονοί αριθμοί. 2. αυτοκίνητα με μονό αριθμό κυκλοφορίας στις πινακίδες τους: Σήμερα κυκλοφορούν τα ~. Βλ. ζυγά., μονό (το): ΑΘΛ. αγώνας (κυρ. ποδοσφαίρου ή μπάσκετ) που παίζεται μόνο στη μία πλευρά του γηπέδου. ● ΣΥΜΠΛ.: μονής κατεύθυνσης: με ένα ρεύμα κυκλοφορίας: δρόμος ~ ~ (= μονόδρομος). ΑΝΤ. διπλής κατεύθυνσης/(λόγ.) κατευθύνσεως (1) ● ΦΡ.: μονά-ζυγά (μτφ.): ονομασία παιχνιδιού κατά το οποίο ο παίκτης καλείται να μαντέψει αν τα ομοειδή αντικείμενα που κρύβει ο συμπαίκτης στην παλάμη του είναι μονά ή ζυγά., παίζω μονά-ζυγά (μτφ.): ρισκάρω, διακινδυνεύω: Παίζει την επιχείρησή του ~ ~., τα θέλει όλα δικά του βλ. δικός [< 1,3: αγγλ. single 2: μεσν. μονός]
  • μόνος , η, ο μό-νος επίθ. 1. {ως αντων.} (συχνά + κτητική αντων. μου/σου/του) που βρίσκεται, υπάρχει, συμβαίνει χωρίς την παρουσία, τη συντροφιά ή τη συμμετοχή άλλων: Αισθάνομαι/δουλεύω/νιώθω/πηγαίνω (κάπου)/ταξιδεύω/τραγουδάω ~. ~ στη ζωή (: χωρίς οικογένεια, συγγενείς ή φίλους)/στο σπίτι. Φοβάμαι να είμαι ~. Βρέθηκε εντελώς ~ σε μια ξένη πόλη. Μένεις ~ ή με συγκάτοικο; Ό,τι έμαθα, το έμαθα ~ μου (πβ. αυτοδίδακτος). Βγάλ' τα πέρα/φτιάξ' το ~ σου. Κουρεύομαι/ράβομαι/χτενίζομαι ~ μου. Μεγάλωσε/σπούδασε ~ του (: χωρίς βοήθεια). Παρακαλώ αφήστε μας ~ους (βλ. κατ' ιδίαν). Είναι ~ με τον διευθυντή μέσα (: χωρίς άλλους παρόντες). Θα έρθεις ~ σου ή με παρέα; ~ μου μιλάω (: δεν με ακούει κανένας); Μιλά ~ του (= παραμιλά). ~ σου μπλέχτηκες σ' αυτήν την υπόθεση. Πβ. μοναχός. Βλ. κατάμονος. 2. μοναδικός, αποκλειστικός: (για πρόσ.) ο ~ διασωθείς/επιζήσας. Είσαι ο ~ που διαμαρτύρεται. Δεν είσαι ο ~ (στον κόσμο) που σκέφτεται έτσι. (εμφατ.) ~ αυτός απ' όλους έμεινε πίσω.|| Ο ~ κανόνας/λόγος/όρος/περιορισμός/σκοπός. Η ~η έγνοια/λέξη/φροντίδα. Μία και ~η φορά. Η ~η μου ευχή είναι να έχω την υγεία μου. Ανεκπλήρωτη παρέμεινε η ~η επιθυμία του. Το ~ο παράπονο που έχω από σένα είναι ... Το ~ο που με ενοχλεί είναι ... Το ~ο στο είδος του με εξαιρετική ποιότητα. Τα ~α καλά στοιχεία ήταν ... ● ΦΡ.: από μόνος μου/σου/του: χωρίς τη μεσολάβηση άλλου: ~ ~ μου αποφασίζω/σκέφτομαι (κάτι). ~ ~η της έπεσε/προσφέρθηκε να μας βοηθήσει.|| Τα στοιχεία μιλούν ~ ~α τους., εγώ τα λέω, εγώ τ' ακούω/μόνος μου τα λέω, μόνος μου τ' ακούω βλ. εγώ, εκεί που και ο βασιλιάς πάει μόνος του βλ. βασιλιάς, έχω μόνο δύο/δυο χέρια! βλ. χέρι, θέλει μια μπάλα μόνος του βλ. μπάλα, μόνος κ(α)ι αβοήθητος βλ. αβοήθητος, μόνος και/κι έρημος βλ. έρημος [< αρχ. μόνος]
  • μονοσακχαρίτης μο-νο-σακ-χα-ρί-της ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) μονοσάκχαρο (το) : ΒΙΟΧ. απλό σάκχαρο, υδατάνθρακας που δεν μπορεί να διασπαστεί σε απλούστερες ουσίες με υδρόλυση. Βλ. δι-, τρι-, ολιγο-, πολυ-σακχαρίτης, γλυκόζη, φρουκτόζη. [< αγγλ. monosaccharide, γαλλ. ~, περ. 1950]
  • μονοσέλιδος , η, ο βλ. μονο-, -σέλιδος
  • μονοσήμαντος , η, ο μο-νο-σή-μα-ντος επίθ. 1. ΓΛΩΣΣ. & μονόσημος: που έχει μόνο μία σημασία: ~ος: λόγος/όρος. ~η: απάντηση/έννοια. ~ο: νόημα. ΑΝΤ. αμφίσημος, πολυσήμαντος (2) 2. (μτφ.) που αφορά μία μόνο πλευρά, μονοδιάστατος: ~η: αντιστοιχία/ερμηνεία/προσέγγιση/σχέση. ~ο: αποτέλεσμα. Βλ. πολυδιάστατος. 3. ΜΑΘ. που αναφέρεται σε ένα μόνο στοιχείο: ~ος: κωδικός. ~η: ανάλυση/απεικόνιση/συνάρτηση. Βλ. αμφι~. ● επίρρ.: μονοσήμαντα [< μεσν. μονοσήμαντος, μονόσημος, γαλλ. univoque, αγγλ. monosemantic, 1957, monosemic, 1969]
  • μονοσημία μο-νο-ση-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. το να έχει ένα λεξικό στοιχείο μία μόνο σημασία: ~ εννοιών/επιστημονικών όρων. Βλ. -σημία. ΑΝΤ. αμφισημία, πολυσημία 2. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) το να έχει κάτι ένα μόνο νόημα: η ~ του έργου. [< αγγλ. monosemy, 1951, γαλλ. monosémie, 1965]
  • μονοσθενής , ής, ές μο-νο-σθε-νής επίθ. 1. ΧΗΜ. που έχει σθένος +1 ή -1: ~ής: αιθέρας/υδράργυρος. ~ής: αλκοόλη/ρίζα. ~ές: άτομο/ιόν/στοιχείο/υδρογόνο. Βλ. -σθενής. ΑΝΤ. πολυσθενής (1) 2. ΙΑΤΡ. (για ορό, εμβόλιο) που περιέχει αντισώματα ή αντιγόνα για την καταπολέμηση ενός μόνο μικροοργανισμού. [< γαλλ.-αγγλ. monovalent]
  • μονοσκάνδαλος , η, ο μο-νο-σκάν-δα-λος επίθ.: (για όπλο) που έχει μία μόνο σκανδάλη: ~α: δίκαννα. Βλ. δισκάνδαλος, μονο-.
  • μονοσταθής , ής, ές μο-νο-στα-θής επίθ.: ΗΛΕΚΤΡ. που έχει μόνο μία σταθερή κατάσταση: ~ής: πολυδονητής/ταλαντωτής. ~ές: κύκλωμα. [< αγγλ. monostable, 1952, γαλλ. ~, 1964]
  • μονοσταυρία μο-νο-σταυ-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. σύστημα εκλογής κατά το οποίο ο ψηφοφόρος μπορεί να σημειώσει στον κατάλογο των υποψηφίων έναν μόνο σταυρό προτίμησης. Βλ. -σταυρία. ΑΝΤ. πολυσταυρία
  • μονόστηλος , η, ο βλ. μονο-, -στηλος
  • μονόστιχος , η, ο μο-νό-στι-χος επίθ.: ΛΟΓΟΤ. που έχει μόνο έναν στίχο: ~ο: ποίημα. Βλ. -στιχος. [< μτγν. μονόστιχος]
  • μονοσύλλαβος , η, ο μο-νο-σύλ-λα-βος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που αποτελείται από μία μόνο συλλαβή: ~η: λέξη/πρόθεση. ~ο: θέμα/όνομα/ρήμα. Βλ. -σύλλαβος. ΑΝΤ. πολυσύλλαβος ● ΦΡ.: απαντά με μονοσύλλαβα (προφ.): δίνει μονολεκτικές απαντήσεις, δείχνει απροθυμία να συζητήσει. [< μτγν. μονοσύλλαβος]
  • μονοσύνολο μο-νο-σύ-νο-λο ουσ. (ουδ.): ΜΑΘ. σύνολο που αποτελείται από ένα και μόνο στοιχείο και μπορεί να ανήκει σε κάθε μαθηματικό χώρο. [< γαλλ. singleton]
  • μονοσωλήνιος , α/ος, ο μο-νο-σω-λή-νι-ος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. (για σύστημα θέρμανσης) που οι κεντρικές του σωληνώσεις συνδέονται με κάθε σώμα μέσω ενός σωλήνα: ~α: εγκατάσταση. Βλ. δισωλήνιος.

αβοήθητος

αβοήθητος, η, ο [ἀβοήθητος] α-βο-ή-θη-τος επίθ.: που δεν έχει ή δεν βρήκε βοήθεια, υποστήριξη: ~α: ζώα/παιδιά. ~ από συγγενείς/φίλους. Αισθάνεται/μένει ~. ~ στο έλεος του Θεού (πβ. ανυπεράσπιστος, απροστάτευτος). Αδύναμος/άστεγος/μικρός και ~. Αιμορραγούσε ~ (στον δρόμο). Εγκατέλειψε ~ο το θύμα του. ● ΦΡ.: μόνος κ(α)ι αβοήθητος (εμφατ.): χωρίς καμία απολύτως βοήθεια: Αγωνίστηκε/αντιμετώπισε (το πρόβλημα)/ξεψύχησε ~ ~. ~ ~ στη μάχη/στην προσπάθεια για ... Τον άφησαν ~ο και ~ο. Μεγάλωσε ~η και ~η τα παιδιά της. [< μτγν. ἀβοήθητος]

βασιλιάς

βασιλιάςβα-σι-λιάς ουσ. (αρσ.) {βασιλιάδες} & (επίσ.) βασιλέας, βασιλεύς {βασιλ-έως | -είς, -έων} 1. (κ. με κεφαλ. Β) (για άνδρα) ανώτατος ισόβιος άρχοντας ενός κράτους, που καταλαμβάνει την εξουσία, συνήθ. με κληρονομικό δικαίωμα: αυταρχικός/έκπτωτος/μυθικός/συνταγματικός ~. Ο πρώην/ο τέως ~. Η Αυτού Μεγαλειότης ο ~ της ... Τα ανάκτορα/η αυλή/ο θρόνος/το παλάτι/το σκήπτρο/το στέμμα/οι σύμβουλοι του ~ά. Βλ. αυτοκράτορας, ηγεμόνας, μονάρχης, συμβασιλέας, τσάρος, τύραννος.|| (ΜΥΘ.) Ο ~ των θεών και των ανθρώπων (= ο Δίας). Ο ~ του κάτω κόσμου (= ο Άδης). ΣΥΝ. άναξ 2. (μτφ.) κυρίαρχος σε έναν χώρο, έναν τομέα, ένα σύνολο: ο ~ των σπορ (: το ποδόσφαιρο). Ο ~ του ροκ εν ρολ/της φόρμουλα 1. Ο ~ των ζώων (: το λιοντάρι)/των πουλιών (: ο αετός). Πβ. άρχοντας, ηγέτης, κύριος. 3. ΕΚΚΛΗΣ. (κ. με κεφαλ. Β, συνήθ. στον τ. βασιλεύς) ο Θεός: ο ~ των ουρανών/του σύμπαντος (κόσμου). Πβ. Κύριος. 4. (στο σκάκι) το πιο σημαντικό πιόνι, που μπορεί να κινήσει ο παίκτης κατά ένα τετράγωνο προς οποιαδήποτε κατεύθυνση και που, αν το αιχμαλωτίσει ο αντίπαλος, κερδίζει την παρτίδα: ~, βασίλισσα, αξιωματικοί, άλογα, πύργοι, στρατιωτάκια. Βλ. πατ, ρουά1, σαχ. 5. (σπάν., στην τράπουλα) ρήγας. Βλ. ντάμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ο Βασιλεύς της Δόξης/των Αιώνων & των Βασιλέων: ΕΚΚΛΗΣ. ο Κύριος., ο Μέγας Βασιλεύς: ΕΚΚΛΗΣ. ο Ιησούς Χριστός., ο μαρμαρωμένος βασιλιάς βλ. μαρμαρώνω ● ΦΡ.: εκεί που και ο βασιλιάς πάει μόνος του (προφ.): στην τουαλέτα., ο βασιλεύς απέθανε, ζήτω ο βασιλεύς! (παλαιότ.): για να δηλωθεί άμεση διαδοχή ή αντικατάσταση., σαν βασιλιάς: με πλούτη και ανέσεις, πλουσιοπάροχα: Ζει/περνάει ~ ~ (= βασιλικά). Πβ. άρχοντας, πασάς. , βασιλικότερος του βασιλέως βλ. βασιλικός, ο βασιλιάς είναι γυμνός βλ. γυμνός ● βλ. βασίλισσα [< μεσν. βασιλιάς, αγγλ. king, γαλλ. roi]

δι- & δί- & δισ-

δι- & δί- & δισ-: λεξικό πρόθημα που δηλώνει ότι κάτι διαθέτει δύο στοιχεία, είναι δύο φορές μεγαλύτερο ή διαρκεί δύο φορές περισσότερο από αυτό που εκφράζει το β' συνθ.: δι-κέφαλος/~κοτυλήδονος/~μερής/~μέτωπος/~σημία/~σύλλαβος/~ώροφος. Δί-κλινο/~κροκος/~μορφος/~πατος/~στηλος/~στιχος. Δισ-διάστατος.|| Δι-πλάσιος.|| Δι-ήμερος/δί-μηνος. Πβ. δυ-.

δικός

δικός, ή/ιά, ό δι-κός κτητ. αντων. (+ μου, σου, του/της, μας, σας, τους) 1. που ανήκει σε κάποιον, αποτελώντας ιδιοκτησία ή δημιούργημά του ή που τον χαρακτηρίζει: Έχει έναν εντελώς ~ό του (= προσωπικό) τρόπο έκφρασης. Είναι η ~ή σου ζωή. Εσύ αποφασίζεις! Απέκτησε επιτέλους το ~ό της αυτοκίνητο. Οι απόψεις είναι (καθαρά) ~ές του. Ενεργούν βάσει των ~ών τους (και μόνο) αποφάσεων. Βλ. κατα~, ολο~. 2. πρόσωπο οικείο ή άτομο που ανήκει στον ίδιο ιδεολογικό χώρο με τον ομιλητή ή παρουσιάζει γενικότ. ταύτιση απόψεων μαζί του: Δεν είναι ~ μας, υποστηρίζει άλλο κόμμα (πβ. ομοϊδεάτης). Είναι ~ό μας παιδί (: του φιλικού περιβάλλοντος, της απολύτου εμπιστοσύνης μας). Αν δεν σου συμπαρασταθούν οι ~οί σου άνθρωποι (= οι στενοί συγγενείς ή φίλοι), ποιος θα σου συμπαρασταθεί;|| (σε γράμμα:) ~ σου για πάντα! 3. για να δηλωθεί ότι κάτι αφορά άμεσα κάποιον: με ~ή μου ευθύνη. Από τη ~ή μας πλευρά (= από την πλευρά μας) δεν υπάρχει πρόβλημα. ~ό του το πρόβλημα, ας ασχοληθεί αυτός. ● Ουσ.: ο δικός μου/η δικιά μου (αργκό): ο/η ερωτικός/ή μου σύντροφος: Δεν τα πάει καλά με τον ~ό της τελευταία (: με το αγόρι της/με τον φίλο της). Θα έρθω μαζί με τη ~ιά μου (: με το κορίτσι μου, με τη φιλενάδα/φίλη μου)., οι δικοί μου: οι γονείς ή οι στενοί συγγενείς μου· η οικογένειά μου: Θέλει να γνωρίσει τους ~ούς μου. ● ΦΡ.: δικέ μου! (νεαν. αργκό): οικεία προσφώνηση: Έτσι σε θέλω, ~ ~! Μπράβο, (ρε) ~ ~, πώς τα κατάφερες;, και στα δικά σου/σας! (προφ.) 1. (σε γάμο ή αρραβώνα) ως ευχή σε ανύπαντρο άτομο να παντρευτεί· και στο δικό σου γάμο! Πβ. και στα κουφέτα σου!, και του χρόνου διπλός/διπλή!, στις χαρές/στη χαρά σου! 2. ως ευχή σε κάποιον να έχει επιτυχία παρόμοια με αυτή για την οποία συγχαίρουμε άλλο πρόσωπο., κάποιος κάνει/λέει τα δικά του (προφ.): ενεργεί με ιδιόμορφο, αλλοπρόσαλλο τρόπο ή λέει ασυναρτησίες, πράγματα που δεν ευσταθούν: Άσ' τον να ~ ~ (: αυτά που νομίζει σωστά). Κάποια στιγμή θα σταματήσει., ο δικός σου/η δικιά σου (νεαν. αργκό): αντί της προσωπικής αντωνυμίας: Για δες ύφος ο ~ ~ (= αυτός)!, τα δικά μου δικά μου και τα δικά σου δικά μου (ειρων.): για κάποιον που τα απαιτεί όλα για τον εαυτό του., τα θέλει όλα δικά του & τα θέλει μονά-ζυγά δικά του (προφ.): για κάποιον που επιδιώκει να γίνονται τα πάντα σύμφωνα με τις επιθυμίες του, χωρίς καμία υποχώρηση ή χωρίς να βγαίνει ζημιωμένος: Δεν γίνεται και να λείπεις και να πληρώνεσαι, μην τα θες ~ ~ σου! ΣΥΝ. και την πίτα ολόκληρη/σωστή/αφάγωτη και τον σκύλο χορτάτο, το δικό σου/του (προφ.): η δικιά σου/του γνώμη ή επιθυμία (δηλωτικό εγωιστικού χαρακτήρα): Δεν είναι δυνατόν να γίνεται/κάνουμε/περνάει πάντα ~ ~ σου. Εμείς τον συμβουλεύσαμε, αλλά αυτός ~ ~ του (πβ. το(ν) χαβά του)., δικός μου λογαριασμός βλ. λογαριασμός [< μεσν. δικός]

διπλός

διπλός, ή, ό δι-πλός επίθ. & (λόγ.) διπλούς 1. που είναι δύο (σχεδόν) φορές μεγαλύτερος από κάτι, σε μέγεθος, ποσότητα: ~ός: κίνδυνος/κόπος. ~ό: όφελος.|| ~ός: μισθός. ~ή: δόση/τιμή/χρέωση. ~ό: κέρδος/σκορ. ~ά: έξοδα. Πβ. διπλάσιος. Βλ. τρί-, τετρά-, πεντά-διπλος.|| (ως ουσ. στον πληθ.) Κερδίζει τα ~ά (ενν. λεφτά).|| (ειδικότ. για ποτά ή φαγητά:) ~ός: ελληνικός (καφές)/εσπρέσο. ~ή: μερίδα (φαγητό). ~ό: ουίσκι. ΑΝΤ. απλός, κανονικός. 2. που αποτελείται από δύο μέρη ή έχει δύο μορφές: ~ός: αερόσακος (: οδηγού-συνοδηγού)/πάτος/(ΑΡΧΑΙΟΛ.) πέλεκυς. ~ή: πόρτα (: ασφαλείας)/πρόσοψη. ~ό: άλμπουμ (με τραγούδια)/τεύχος (περιοδικού) (: με διπλάσια ύλη)/φύλλο (τετραδίου). ~ό: λεωφορείο (= διώροφο). ~οί: προβολείς (αυτοκινήτου). ~ά: παράθυρα (: με ~ό τζάμι για καλύτερη θερμομόνωση και ηχομόνωση).|| (ΑΘΛ.) ~ό: σκιφ (= με δύο κωπηλάτες).|| ~ός: στόχος/συμβολισμός. ~ή: ευκαιρία/προστασία. Λέξεις με ~ή σημασία (= αμφίσημες). Πβ. διττός. 3. που γίνεται ή επαναλαμβάνεται δύο φορές· που αφορά δύο πρόσωπα ή γεγονότα: ~ός: έλεγχος/κόμπος/υπολογισμός. ~ή: περιστροφή/προσπάθεια.|| (ΑΘΛ.) ~ός: αγώνας/τελικός (εντός και εκτός έδρας).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Κάντε ~ό κλικ στο εικονίδιο.|| ~ός: φόνος. ~ή: γιορτή/νίκη. 4. σχεδιασμένος για δύο άτομα: ~ός: καναπές. ~ή: κουβέρτα. ~ό: κρεβάτι/στρώμα. Βλ. ημί-, υπέρ-διπλος. ΑΝΤ. μονός (1) 5. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) που έχει σκόπιμα δύο πλευρές, εκ των οποίων η μία συνήθ. είναι κρυφή: ~ός: εαυτός (βλ. διχασμένη προσωπικότητα, σχιζοφρένεια). ~ή: όψη (ζητήματος)/τακτική. ~ό: πρόσωπο (: ανειλικρινές).|| ~ός: πράκτορας (: που εργάζεται συγχρόνως και κρυφά για λογαριασμό δύο αντίπαλων κρατών).|| Κρατούσε ~ά (λογιστικά) βιβλία (βλ. φοροδιαφυγή). Βλ. -πλός. ● Ουσ.: διπλές (οι): ζαριά στην οποία και τα δυο ζάρια δείχνουν το δύο: Έφερε ~. Πβ. δυάρες. Βλ. ντόρτια, πεντάρες., διπλό (το) ΑΘΛ. 1. (προφ.) η εκτός έδρας νίκη ομάδας και το αντίστοιχο σύμβολο 2 σε προγνωστικά αγώνων ποδοσφαίρου ή μπάσκετ: Έφερε/πέτυχε το ~. 2. τρόπος διεξαγωγής αγωνίσματος (τένις, πινγκ πονγκ, μπάντμιντον), σύμφωνα με τον οποίο κάθε ομάδα αποτελείται από ένα ζευγάρι αθλητών: ~ ανδρών/γυναικών. 3. ανεπίσημος αγώνας ποδοσφαίρου ή μπάσκετ, συχνά με αυτοσχέδια τέρματα ή μπασκέτες: Παιδιά θα παίξουμε ένα ~; Βλ. μονό. ● επίρρ.: διπλά ● ΣΥΜΠΛ.: διπλή ζωή: για παράλληλη εξωσυζυγική σχέση ή παράνομη, ύποπτη, μη κοινωνικά αποδεκτή δραστηριότητα, η οποία κρατιέται σκόπιμα κρυφή: Έχει/ζει/κάνει ~ ~. [< γαλλ. double vie] , διπλή προσωπικότητα: διχασμένη., διπλή ταρίφα: αυξημένο τιμολόγιο ταξί για νυχτερινά δρομολόγια, από τις δώδεκα τα μεσάνυχτα έως τις πέντε το πρωί, ή για διαδρομές έξω από την έδρα του, εκτός περιμετρικής ζώνης: Τους χρέωσε ~ ~., διπλής κατεύθυνσης/(λόγ.) κατευθύνσεως 1. & με διπλή κατεύθυνση: με ροή οχημάτων σε δύο αντίθετες κατευθύνσεις: δρόμος ~ ~. ΑΝΤ. μονής κατεύθυνσης 2. προς δύο πλευρές: επικοινωνία ~ ~ (= αμφίδρομη)., οικογενειακό διπλό & διπλό: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) προπονητικός αγώνας που διεξάγεται μεταξύ παικτών της ίδιας ομάδας, με χρήση και των δύο τερμάτων., άνω (και) κάτω τελεία βλ. τελεία, διπλή άρθρωση βλ. άρθρωση, διπλή όραση βλ. όραση, διπλό ταυ βλ. ταυ, διπλός αστέρας βλ. αστέρας ● ΦΡ.: έγινε διπλός/διπλάσιος (προφ.): πάχυνε πολύ. ΑΝΤ. έμεινε (ο) μισός, έχει διπλό ρόλο 1. παίζει δύο διαφορετικούς ρόλους στο ίδιο έργο: ~ ~ στην ταινία, καθώς υποδύεται δίδυμα αδέλφια. 2. (μτφ.) διττή συνεισφορά, επίδραση στην εξέλιξη ή διαμόρφωση κατάστασης: Η λειτουργία του εργαστηρίου ~ ~, αφενός ... και αφετέρου ... Θα ~ ~ στην ομάδα, ως προπονητής και παίκτης. 3. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. -ΨΥΧΟΛ. διπλάσιες απαιτήσεις από πρότυπα αναμενόμενης κοινωνικής συμπεριφοράς: Ο δάσκαλος στο ψηφιακό σχολείο ~ ~, του καθοδηγητή και υποστηρικτή. (κατ' επέκτ.) Η σύγχρονη γυναίκα καλείται να επιτελέσει τριπλό ρόλο: της μητέρας, της εργαζόμενης και της συζύγου., και του χρόνου διπλός/διπλή! (ευχετ. σε ανύπαντρο/-η): και του χρόνου να έχεις παντρευτεί: άντε, ~ ~! Πβ. και στα δικά σου., διπλά και τρίδιπλα βλ. τρίδιπλος, διπλής όψης/όψεως βλ. όψη, μοιρασμένη χαρά, διπλή χαρά βλ. χαρά, παίζει διπλό παιχνίδι βλ. παιχνίδι, παίζει σε δύο/σε διπλό/σε πολλά ταμπλό βλ. ταμπλό, τα βλέπω διπλά βλ. βλέπω ● βλ. διπλο- & διπλό-, δις2, τριπλός [< μτγν. διπλός, γαλλ.-αγγλ. double]

δισκάνδαλος

δισκάνδαλος, η, ο δι-σκάν-δα-λος επίθ.: (για όπλο) που έχει δύο σκανδάλες: ~α: δίκαννα. Βλ. μονοσκάνδαλος.

δισωλήνιος

δισωλήνιος, α, ο δι-σω-λή-νι-ος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. (για σύστημα θέρμανσης) που οι κεντρικές του σωληνώσεις συνδέονται με κάθε σώμα μέσω δύο σωλήνων αντί ενός: ~α: εγκατάσταση.|| (ως ουσ.) Διακόπτης/δίκτυο ~ίου. Βλ. μονοσωλήνιος.

εγώ

εγώ[ἐγώ] ε-γώ προσ. αντων. {εν. γεν. (δυνατός τ.) εμένα/(αδύνατος τ.) μου/(λόγ.) εμού, αιτ. εμένα/μένα/με/(λόγ.) εμέ | πληθ. ονομ. εμείς, αιτ. εμάς/μας· χωρ. κλητ.} & (προφ.) γω: δηλώνει το ίδιο το πρόσωπο που μιλά ή γράφει, για να ξεχωρίσει από το β' και γ' πρόσωπο: -Ποιος είναι; -~. ~ η ίδια σε προειδοποίησα. ~ και οι άλλοι. -Ποιος το έκανε; -Όχι ~.|| (η ονομ. είναι το υποκείμενο για κάθε ρήμα α' πρόσ. και συνήθ. εννοείται) (~) διόρθωσα το κείμενο.|| (εμφατ. ή σε αντιδιαστολή με άλλα πρόσωπα) ~ σε πήρα τηλέφωνο. ~ σου τα 'λεγα, αλλά εσύ δεν με άκουγες! ~ να μείνω μέσα κι εσύ να πας βόλτα; Εμείς σε βοηθήσαμε και όχι αυτός.|| (εμφατ. χρησιμοποιούνται μαζί και οι δύο τύποι της αντων.) Μη μου τα φορτώνεις εμένα όλα!|| (η γεν. χρησιμοποιείται ως κτητ. επίθ. ή ως β' όρος σύγκρισης) Τα παπούτσια μου πάλιωσαν. Είναι μεγαλύτερός μου/από εμένα.|| (η γεν. κ. αιτ. συντάσσονται με ρήμα ή πρόθεση, ή βρίσκονται κοντά σε επίρρημα) Μου έγραψε. Τηλεφώνησέ μου. Άσε με. Φύλαξέ μου το/φύλαξέ το μου. Εκτός/πλην εμού. Για μας. Δίπλα/κοντά/μαζί μου.|| (οικ.) Τι μου γίνεσαι/μου κάνεις; Έλα μου! Βλ. ημείς, ημών. ● ΦΡ.: εγώ είμαι εγώ κι εσύ είσαι εσύ: είμαστε διαφορετικοί μεταξύ μας., εγώ τα λέω, εγώ τ' ακούω/μόνος μου τα λέω, μόνος μου τ' ακούω (προφ.): κανένας δεν προσέχει αυτά που λέω, ιδ. ο συνομιλητής: Δεν σου είπα να θυμηθείς να πληρώσεις τον λογαριασμό; Μου φαίνεται ~ ~. ΣΥΝ. φωνή βοώντος εν τη ερήμω, εμείς κι εμείς (προφ.): μονάχα εμείς οι γνωστοί και συνήθ. λίγοι, σε στενό κύκλο: Ήμασταν/μείναμε ~ ~., κατ' εμέ (λόγ.): κατά τη γνώμη μου, κατά την άποψή μου: ~ ~ είναι αριστούργημα., εγώ να δεις! βλ. βλέπω, είπα κι εγώ βλ. λέω, εμένα μου λες βλ. λέω, εμένα που με βλέπεις βλ. βλέπω, μακριά από μας/απ' εδώ βλ. μακριά, να 'μαι κι εγώ βλ. είμαι, ξέρω γω βλ. ξέρω, ξέρω κι εγώ/(που θες να) ξέρω εγώ/'γω;/! βλ. ξέρω, ποιος μου λέει (εμένα) βλ. λέω ● βλ. υμών [< αρχ. ἐγώ]

έρημος

έρημος[ἔρημος] έ-ρη-μος ουσ. (θηλ.) {ερήμ-ου} 1. ΓΕΩΓΡ. άνυδρη, ξηρή, μεγάλη έκταση γης, συχνά αμμώδης, χωρίς αξιόλογη βλάστηση λόγω των σπάνιων βροχοπτώσεων, με ακραίες θερμοκρασίες και ως επί το πλείστον ακατοίκητη: ζώα/νομάδες/φυλές της ~ου. Η ~ Σαχάρα. 2. (σπάν.-μτφ.) απουσία ανθρώπινης επικοινωνίας, επαφής, αποξένωση: Η ~ των μεγαλουπόλεων. Πβ. ερημιά. ● ΣΥΜΠΛ.: πλοίο της ερήμου βλ. πλοίο, ρόδο της ερήμου βλ. ρόδο ● ΦΡ.: φωνή βοώντος εν τη ερήμω βλ. βοώ [< 1: αρχ. ἔρημος (χώρα), γαλλ. désert, αγγλ. desert]

κατάμονος

κατάμονος, η, ο κα-τά-μο-νος επίθ. & καταμόναχος (επιτατ.): ολομόναχος. [< πβ. αρχ. κατάμονος ‘διαρκής, μόνιμος’]

μονο- & μονό- & μον-

μονο- & μονό- & μον-α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του 1. ενός: μονο-εδρικός/~ετής/~θέσιος. Μονό-γλωσσος. Μονό-στηλο.|| Μονο-κοτυλήδονα (βλ. δι-). Μον-οξ(ε)ίδιο. 2. (μτφ.) αποκλειστικού, μοναδικού: μονο-πωλιακός.|| (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) Μονο-διάστατος/~μερής. Μονό-πλευρος. ΑΝΤ. πολυ-.

μπάλα

μπάλαμπά-λα ουσ. (θηλ.) 1. σφαίρα συμπαγής ή συνηθέστ. από ελαστικό υλικό, με αέρα στο εσωτερικό της, που χρησιμοποιείται σε διάφορα παιχνίδια: δερμάτινη/πλαστική ~. ~ βόλεϊ/γυμναστικής/μπάσκετ/μπιλιάρδου/μπόουλινγκ/ποδοσφαίρου/ράγκμπι. Αποδέκτης/διεκδίκηση/έλεγχος/εναλλαγή/καλή κυκλοφορία/κάτοχος/κίνηση/μεταφορά/περιστροφή/πορεία/ταχύτητα/τροχιά της ~ας. Τρόμπα ~ας. Δραστηριότητες με ~ες. Αποκρούω/κερδίζω/κλοτσώ/κοντράρω/μπλοκάρω/πετώ/πιάνω/ρίχνω/σκάω (: τη ρίχνω έτσι ώστε να αναπηδήσει)/σουτάρω/φουσκώνω/χάνω τη(ν) ~. Γυρίζω τη(ν) ~ στον τερματοφύλακα (= κάνω πάσα προς τα πίσω). Διώχνω τη(ν) ~ σε κόρνερ. Έκλεψε τη(ν) ~ από τους αμυντικούς. Έστειλε τη(ν) ~ στα δίχτυα (: σκόραρε). Χάθηκε η ~ (: όταν γίνεται συνδυασμός των παικτών μιας ομάδας με ακρίβεια, ταχύτητα και πολλές εναλλαγές της μπάλας χωρίς την παρεμβολή αντιπάλου). Η ~ άλλαξε πορεία/βγήκε εκτός αγωνιστικού χώρου/κατέληξε άουτ/πήρε ύψος/χτύπησε στο δοκάρι. Η ~ γυρίζει (= κυκλοφορεί)/έσκασε (: τρύπησε και ξεφούσκωσε). (ΑΘΛ.) Πρόγραμμα ρυθμικής γυμναστικής με ~ (βλ. ανσάμπλ, κορδέλα, κορύνα, στεφάνι, σχοινάκι). ΣΥΝ. τόπι (1) 2. (συνεκδ.) ποδόσφαιρο: άσος/αστέρια/θεός/μάγος της ~ας. Οι λάτρεις/φίλοι της ~ας. Βλέπω/παίζω ~. Έχει ~ απόψε. Ευχαριστηθήκαμε/χορτάσαμε ~ στο πρωτάθλημα. Βλ. στρογγυλή θεά. 3. (μτφ.) κάθε αντικείμενο σφαιρικού ή παρόμοιου σχήματος: διακοσμητικές ~ες. ~ βαμβάκι. ~ από χιόνι (πβ. χιονόμπαλα). Μία ~ ζύμης/παγωτό. Οι ~ες του χριστουγεννιάτικου δέντρου. ~ες μπαμπού/σανού.|| (παλαιότ.) ~ με αλυσίδα για κατάδικους. 4. (παλαιότ.) οβίδα κανονιού: σιδερένια ~. Βλ. βλήμα. ● Υποκ.: μπαλίτσα (η): στις σημ. 1,3. ● ΣΥΜΠΛ.: σπυριάρα μπάλα βλ. σπυριάρης ● ΦΡ.: δεν βρήκε τη(ν) μπάλα (προφ., για ποδοσφαιριστή): δεν μπόρεσε να πιάσει σουτ ή κεφαλιά· (ειδικότ., για τερματοφύλακα) δεν κατάφερε να την αποκρούσει., θέλει μια μπάλα μόνος του (προφ.): (κυρ. για ποδοσφαιριστή κ. σπανιότ. για μπασκετμπολίστα) είναι υπερβολικά ατομιστής., με παίρνει η μπάλα & η μπόρα (προφ.-μτφ.): ενοχοποιούμαι, επηρεάζομαι από ανεξέλεγκτη κατάσταση χωρίς να φέρω ευθύνη: Θύμωσε με τον γιο του και μας πήρε όλους ~. Τον πήρε κι αυτόν ~ μαζί με όλη την ομάδα., με την μπάλα στα πόδια: (στο ποδόσφαιρο) στο χαμηλό παιχνίδι: γρήγορος/(πολύ) καλός ~ ~. Τρέχει ~ ~ (: διατηρώντας τον έλεγχό της, με άψογο κοντρόλ)., όποιον πάρει η μπάλα & η μπόρα: για πράξη που γίνεται χωρίς να υπολογίζονται οι συνέπειες: Πετάει κατηγορίες στον αέρα κι ~ ~. Πβ. κι όποιον πάρει ο χάρος., παίζω μπάλα 1. παίζω ποδόσφαιρο. 2. (αργκό) χειρίζομαι μια κατάσταση επιτυχώς: Έλα, παίξε ~! Είναι η μοναδική ευκαιρία να διακριθείς. ~ει ~ μόνος του (: χωρίς ανταγωνισμό)., παίρνω κάτι μπάλα (προφ.): κυκλοφορώ παντού ή (για κάτι αρνητικό) επηρεάζω, παρασύρω μαζί μου τα πάντα: Η είδηση πήρε ~ τα παγκόσμια μέσα ενημέρωσης.|| Τα προβλήματα μας πήραν ~ και δεν προλάβαμε ν' αντιδράσουμε., πούλησε τη(ν) μπάλα (στην αθλητική αργκό): (για παίκτη που) έκανε λάθος πάσα ή έχασε εύκολα την μπάλα από αντίπαλο., χάνω τη(ν) μπάλα/το τόπι: χάνω τον έλεγχο, δεν ξέρω τι μου γίνεται: Με όλα αυτά που του συμβαίνουν καθημερινά, έχει χάσει ~. Πβ. παθαίνω ταράκουλο/τραμπάκουλο., γεμίζω τη μπάλα βλ. γεμίζω ● βλ. μπαλάκι [< μεσν. μπάλα, αγγλ. ball, γαλλ. balle – παλαιότ. ορθογρ. μπάλλα]

πολυδιάστατος

πολυδιάστατος, η, ο πο-λυ-δι-ά-στα-τος επίθ.: που διαθέτει πολλές όψεις ή μπορεί να εξεταστεί από πολλές οπτικές γωνίες: ~ος: δημιουργός/ρόλος/χαρακτήρας. ~η: (εξωτερική) πολιτική/πραγματικότητα/προσωπικότητα. ~ο: έργο (πβ. πολυσχιδής)/ζήτημα/πρόβλημα/φαινόμενο. Πβ. πολυεπίπεδος, πολύ-πλευρος, -πτυχος, πολυ-πολικός, -σύνθετος, -φασματικός. Βλ. μονο-, δισ-, τρισ-διάστατος. ● επίρρ.: πολυδιάστατα [< αγγλ. multi-dimensional, γαλλ. multidimensionnel, 1937]

-σημία

-σημία(λόγ.): επίθημα θηλυκών ουσιαστικών για δήλωση αριθμού σημασιών: (με αριθμητ.) δι~.|| Πολυ~.|| Aμφι~

-σθενής

-σθενής, ής, ές {-σθενούς | -σθενείς (ουδ. -σθενή)}: ΧΗΜ. επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων που δηλώνουν το σθένος: μονο~/δι~/πολυ~ (ρίζα).

-σταυρία

-σταυρία(λόγ.): επίθημα θηλυκών ουσιαστικών για δήλωση συνήθ. αριθμού σταυρών σε ψηφοδέλτιο: μονο~/δι~/τρι~.|| A~/ολιγο~/πολυ~.

-στιχος

-στιχος, η, ο: β' συνθετικό για δήλωση αριθμού στίχων: πολύ~.|| (ουσιαστικοπ.) (Το) δί-στιχο/τετρά~.

-σύλλαβος

-σύλλαβος, η, ο: β' συνθετικό για δήλωση αριθμού ή πλήθους συλλαβών: (για λέξη) μονο-σύλλαβη/δι~/τρι~. Πολυ~.|| (σπανιότ. ΜΕΤΡ.) (ουσιαστικοπ.) (Ο) δεκαπεντα~.

χέρι

χέριχέ-ρι ουσ. (ουδ.) {χερ-ιού | -ιών} 1. καθένα από τα άνω άκρα ανθρώπου ή σπάν. τα μπροστινά άκρα τετράποδου σπονδυλωτού· ειδικότ. το τμήμα από τον καρπό ως και τα δάχτυλα, που χρησιμεύει ως όργανο σύλληψης και αίσθησης: ακρωτηριασμένο/δυνατό ~. Στιβαρά ~ια (βλ. μπράτσο). Ατροφία/κάταγμα ~ιού. Γράφει και με τα δύο ~ια (: είναι αμφιδέξιος). Τύλιξε τα ~ια του στη μέση της (βλ. αγκαλιάζω). Πβ. κουλό, ξερό. Βλ. αγκώνας, βραχίονας, ώμος.|| Οι γραμμές του ~ιού (: ενν. της παλάμης· βλ. χειρομαντεία). Κρέμες/υγιεινή ~ιών. Κρατούσε στο ~ του τα εισιτήρια. Της φίλησε το ~ (βλ. χειροφίλημα). Του έσφιξε το ~ (: τον συνεχάρη). Βλ. μετακάρπιο.|| Έπεσε νεκρή από το ~ του.|| Μηχανικό ~. 2. για διαδικασία, ενέργεια που επαναλαμβάνεται· φορά: Μετά το τελευταίο ~ (ενν. μπογιάς· πβ. πέρασμα), περνάτε το ξύλο με γυαλιστικό. 3. (σε χαρτοπαίγνια) συνδυασμός τραπουλόχαρτων· παρτίδα: δυνατό/καλό ~ (πβ. φύλλο). Το ~ της μπάνκας. Βλ. κέντα, χρώμα.|| Πόκερ πολλαπλών ~ιών. 4. τμήμα επίπλου για τη στήριξη των χεριών: τα ~ια του καναπέ/της πολυθρόνας. Πβ. μπράτσο. Βλ. πόδι.|| Δίσκος με ξύλινα ~ια (= χερούλια). 5. (στο ποδόσφαιρο) παράβαση από την εκούσια συνήθ. επαφή του χεριού ενός παίκτη, πλην του τερματοφύλακα, με την μπάλα. ● Υποκ.: χεράκι (το): τα ~ια του μωρού. ● Μεγεθ.: χέρα (διαλεκτ.), χερούκλα (η): Βλ. -ούκλα. ● ΣΥΜΠΛ.: άκρο χέρι & (λόγ.) άκρα χειρ: ΑΝΑΤ. η παλάμη και τα δάχτυλα του χεριού: καρπός και ~ ~. Χειρουργική της άκρας χειρός. Βλ. άκρο πόδι., αόρατο χέρι & (λόγ.) αόρατος χειρ: ΟΙΚΟΝ. θεωρία σύμφωνα με την οποία κάθε ελεύθερη ατομική δράση που στοχεύει στην εξυπηρέτηση του προσωπικού συμφέροντος, συμβάλλει ασυνείδητα στην ανάπτυξη της αγοράς. [< αγγλ. invisible hand] , μακρύ χέρι (μτφ.) 1. ισχυρή παρουσία: το (~) ~ του Νόμου. 2. {σπανιότ. στον πλήθ.} για κάποιον που διαπράττει κλοπές: Είχε ~ιά ~ια, αλλά τον συνέλαβαν στο τέλος. 3. πρόσωπο ή θεσμός που εξυπηρετεί με συγκαλυμμένο τρόπο τα συμφέροντα κάποιου άλλου: Αποτελεί το ~ ~ της εργοδοσίας/της κεντρικής εξουσίας., σιδερένιο χέρι: (μτφ.) για να δηλωθεί αυστηρότητα, σκληρότητα: Κυβέρνησε τη χώρα με ~ ~., το καλό χέρι κάποιου: αυτό που χρησιμοποιεί με μεγαλύτερη ευχέρεια: Το δεξί είναι ~ ~ μου χέρι., χρυσά χέρια: για να δηλωθεί η επιδεξιότητα κάποιου: γιατρός/μπασκετμπολίστας (βλ. εύστοχος) με ~ ~. Βλ. χρυσοχέρης., δεύτερο χέρι βλ. δεύτερος, εργατικά χέρια βλ. εργατικός, πρώτο χέρι βλ. πρώτος, υπολογιστής παλάμης/χειρός βλ. υπολογιστής, χείρα βοηθείας βλ. βοήθεια, χέρι/πόδι αλφάδι βλ. αλφάδι ● ΦΡ.: (έχει) βαρύ χέρι: χτυπάει δυνατά· τιμωρεί αυστηρά: Άνδρας με ~ ~.|| (μτφ.) Μην τα βάζεις μαζί του, έχει ~ ~. [< γαλλ. avoir la main lourde] , (έχω) ελαφρύ χέρι: έχω απαλό, σχεδόν ανεπαίσθητο άγγιγμα: Ο γιατρός είχε ~ ~, δεν κατάλαβα το τσίμπημα της βελόνας.|| Με ~ ~ (= σε μικρή ποσότητα) το αλάτι και το ξίδι στη σαλάτα., από χέρι σε χέρι & χέρι με χέρι: για κάτι που δίνεται ή σπανιότ. διαδίδεται από τον έναν στον άλλο, συνήθ. σε μια αλυσίδα ανθρώπων: Από ~ σε ~ η ολυμπιακή φλόγα διέσχισε όλη τη χώρα. Η ανταλλαγή έγινε ~ με ~. Βλ. από στόμα σε στόμα. [< γαλλ. de main en main] , βάζω και εγώ το χέρι/το χεράκι μου: αναμειγνύομαι, συμμετέχω: Είμαστε περήφανοι που βάλαμε και εμείς ~ μας στην προσπάθεια αυτή.|| (αρνητ. συνυποδ.) Έχει βάλει κι αυτός κάπου το χεράκι του στην υπόθεση., βάζω στο χέρι (μτφ.-σπάν.): αποκτώ: Έβαλε ~ την κληρονομιά/την περιουσία της (: την οικειοποιήθηκε, με πρόθεση την κατασπατάλησή της). Πβ. τσεπώνω., βάζω χέρι (προφ.) 1. πειράζω, αλλάζω κάτι· επεμβαίνω: Έβαλε ~ στην εξάτμιση.|| (κυρ. μτφ.) ~ουν ~ στα δικαιώματα των αγροτών (πβ. αναμειγνύομαι). 2. χουφτώνω. 3. (μτφ.) επιπλήττω, μαλώνω: Μου έβαλε ~, γιατί άργησα., βάζω/χώνω (βαθιά) το χέρι στην τσέπη: δίνω, ξοδεύω, πληρώνω (πολλά) χρήματα: Βαθιά το χέρι στην τσέπη θα βάλουν οι οδηγοί λόγω αύξησης της τιμής της βενζίνης. Βλ. έχει καβούρια στην τσέπη του., γλιτώνω από τα χέρια κάποιου: ξεφεύγω: Το θύμα κατάφερε να ~σει ~ του βιαστή. Βλ. γλίτωσα/σώθηκα απ' το στόμα του λύκου., δίνω τα χέρια 1. (μτφ.) επισφραγίζω συμφωνία ή συμφιλιώνομαι με κάποιον: Αφού συζήτησαν τις λεπτομέρειες, έδωσαν τα ~.|| Είναι καιρός να δώσετε τα ~ σας και να ξεχάσετε ό,τι έγινε. 2. για χαιρετισμό, χειραψία: Δώσαμε τα ~ και μετά έφυγε ο καθένας για το σπίτι του., δίνω το χέρι 1. κάνω χειραψία. 2. (μτφ.) συμφιλιώνομαι, βοηθώ· κάνω δεκτή πρόταση γάμου: ~ουμε το ~ σε όσους αγωνίζονται για τα λαϊκά συμφέροντα.|| (παλαιότ.) Αρνήθηκε να δώσει το ~ της κόρης του (: να γίνει ο γάμος της με κάποιον)., δίνω/παίρνω στο χέρι: για μετρητά: Μου έδωσε ~ ... ευρώ.|| Πήρε τα χρήματα ~ ~., είναι στο χέρι κάποιου: εξαρτάται απ' αυτόν: ~ ~ σου (= μπορείς) να περάσεις την τάξη. Δεν ~ ~ του να μας απολύσει., είναι/τον έχω του χεριού μου: για πρόσωπο ή κατάσταση που βρίσκεται υπό τον έλεγχό μου: Θέλουν έναν υπάλληλο να είναι ~ τους (πβ. σήκω-σήκω, κάτσε-κάτσε). Τον έχω ~ (= τον κάνω ό,τι θέλω). Πβ. έχω κάποιον στην τσέπη/στο τσεπάκι μου, παίζω στα δάχτυλα, σέρνω/τραβώ κάποιον από τη μύτη. Βλ. τον έχει για πρωινό., ένα (γερό) χέρι ξύλο: για ξυλοδαρμό: Του έδωσε/έριξε/χρειάζεται ~ ~, για να βάλει μυαλό., έρχεται στα χέρια μου: αποκτώ, βρίσκω ή παραλαμβάνω: Δεν ήρθε στα ~ μας το γράμμα σας., έχω (καλό) χέρι (μτφ.): είμαι επιδέξιος, έχω ταλέντο: ~ει καλό ~ στο σχέδιο/στις φωτογραφίες. Δεν ~ ~ (για ζωγραφική)., έχω κάποιον στο χέρι (μου) (μτφ.): έχω στοιχεία εναντίον του και μπορώ να τον εκβιάζω: Της ομολόγησε τα πάντα και τώρα τον έχει ~ ~., έχω μόνο δύο/δυο χέρια! (σπάν.): σε περιπτώσεις που δεν προλαβαίνει να κάνει κάποιος ταυτόχρονα όλα όσα του ζητούν ή επιβάλλεται να γίνουν., έχω/κρατάω/παίρνω το πάνω χέρι: ελέγχω, εξουσιάζω, υπερέχω: Έχει ~ ~ στη σχέση τους. Η ομάδα πήρε ~ ~ μετά το γκολ που πέτυχε. Πβ. είμαι/βρίσκομαι αποπάνω/από πάνω., ήρθαν/πιάστηκαν στα χέρια: τσακώθηκαν παλεύοντας μεταξύ τους: Οι παίκτες των δύο ομάδων λίγο έλειψε να έρθουν ~. Πβ. χειροδικώ., και με τα δυο (τα) χέρια: με σιγουριά και ενθουσιασμό: Τους ψήφισα ~ ~. ΣΥΝ. με χέρια και με πόδια (1), κάτω τα χέρια από ... (συνήθ. σε συνθήματα): απειλητικά για την υπεράσπιση προσώπου ή κατάστασης: ~ ~ από την εργατική τάξη/τα συνδικάτα., κόβω τα χέρια (μτφ.) 1. εμποδίζω, περιορίζω: Χωρίς ρεύμα όλη μέρα, μας κόπηκαν ~. Βλ. κόβω τη φόρα. 2. είμαι απόλυτα σίγουρος για κάτι: ~ ~ μου ότι όλα αυτά είναι ψέματα. ΣΥΝ. κόβω το κεφάλι/χέρι μου, κοντά/μακριά τα χέρια (σου ...)! (προφ.): συνήθ. ως προειδοποίηση ή απειλή για να μην αγγιχθεί, χτυπηθεί, παρενοχληθεί, θιγεί κάποιος ή κάτι., κρύα χέρια, ζεστή καρδιά: λαϊκή ρήση για να δηλωθεί συμπάθεια σε κάποιον που έχει παγωμένα χέρια., με κατεβασμένα χέρια (μτφ.): χωρίς αντίσταση, προσπάθεια: Έχασαν τον αγώνα ~ ~., με τα χέρια/με το χέρι/στο χέρι: χωρίς μαχαιροπίρουνα: Τρώγεται/φάγαμε ~ ~., με τρώει το χέρι μου & (σπάν.) η παλάμη μου 1. ως ένδειξη ότι πρόκειται να πάρω ή να δώσω χρήματα. 2. (μτφ.) θέλω πάρα πολύ να κάνω κάτι: ~ ~ να γράψω ένα σωρό πράγματα, αλλά δεν έχω χρόνο., να μου κοπεί το χέρι (συχνά ως όρκος): για να δηλωθεί ότι κάποιος λέει την αλήθεια ή ότι είναι αποφασισμένος να (μην) (ξανα)κάνει κάτι: ~ ~, αν έκλεψα. Καλύτερα ~ ~ παρά να ..., ο Θεός να βάλει το χέρι του/να κάνει το θαύμα του (ευχή σε δύσκολη κατάσταση): μακάρι να γίνει κάτι: ~ ~ να πάνε όλα καλά στις αυριανές εξετάσεις. Πβ. ο Θεός να δώσει, και ο Θεός βοηθός., όσο περνάει από το χέρι μου: όσο μπορώ: ~ ~ θα προσπαθήσω να σε βοηθήσω., παίρνω από το χέρι (μτφ.): καθοδηγώ: Με πήρε ~ ~ στη δυσκολότερη στιγμή της ζωής μου.|| Τι θες; Να σε πάρουν ~/χεράκι για να πας;, περνά από πολλά χέρια: βρίσκεται στην ιδιοκτησία ή την κατοχή πολλών ανθρώπων: Το οικόπεδο πέρασε ~., περνά από τα χέρια κάποιου: για κάτι που διευθετείται από ορισμένο πρόσωπο: Περνάνε όλα ~ ~ μου., περνά από το χέρι μου: μπορώ: Αυτό που μου ζητάς δεν ~ ~ (: δεν μπορώ να το κάνω)., περνώ από τα χέρια κάποιου: όταν μαθητεύει κανείς για ορισμένο χρονικό διάστημα κόντα σε κάποιον: Εκατοντάδες μαθητές πέρασαν ~ ~ του., πέφτει στα χέρια κάποιου: περιέρχεται στη δικαιοδοσία ή ιδιοκτησία κάποιου: Οι ληστές έπεσαν ~ της Αστυνομίας.|| Διαβάζει όποιο βιβλίο πέσει ~ του (: βρίσκει συμπτωματικά).|| (απειλητ.) Δε θα πέσεις ~ μου (= δεν θα σε πιάσω); Αλίμονό σου!, πιάνουν τα χέρια/πιάνει το χέρι μου (μτφ.): είμαι επιδέξιος στις χειρωνακτικές εργασίες., σε καλά χέρια: για αξιόπιστο, ικανό και σοβαρό πρόσωπο: Η περιουσία της βρίσκεται ~ ~. Μην ανησυχείς, σε αφήνω ~ ~., σε ξένα χέρια 1. χωρίς την οικογένειά του: Μεγάλωσε ~ ~ (= με θετούς γονείς). 2. (κατ' επέκτ.) στην κυριότητα ανθρώπων που προέρχονται από άλλη χώρα: Αρκετές ελληνικές εταιρείες έχουν περάσει ~ ~., στα χέρια κάποιου: στην κατοχή, υπό τον έλεγχο ή την ευθύνη του: Νέα στοιχεία ~ ~ της Ασφάλειας για τη δολοφονία του ... Πρέπει να πάρεις τη ζωή ~ ~ σου., στο δεξί/αριστερό χέρι (προφ.): δεξιά ή αριστερά: Μετά από εκατό μέτρα, θα δεις στο δεξί σου ~ ένα πάρκινγκ., στο χέρι: με τα χέρια, χειρωνακτικά: κέντημα ~ ~. Φόρεμα ραμμένο ~ ~.|| Απορρυπαντικό για πλύσιμο ~ ~.|| Έπιπλα φτιαγμένα ~ ~ (: χειροποίητα). ΑΝΤ. μηχανικά (2) [< γαλλ. à la main ] , το χέρι της καρδιάς: το αριστερό., τρίβω τα χέρια μου (μτφ.): αισθάνομαι μεγάλη ικανοποίηση, κυρ. λόγω μελλοντικών οικονομικών απολαβών ή άλλων προνομίων: ~ει ~ του από ευχαρίστηση. Οι παραγωγοί ~ουν ~ τους, καθώς η ταινία αναμένεται να κάνει ρεκόρ εισιτηρίων., χαμένος/καμένος από χέρι: για να δηλωθεί σίγουρη αποτυχία, καταστροφή: Η υπόθεση έμοιαζε ~η ~. Είμαστε/πάμε χαμένοι ~, αν το μάθουν., χάνω/ξεφεύγει μέσα από τα χέρια μου: δεν καταφέρνω να αξιοποιήσω, να διατηρήσω ή να πετύχω κάτι που συνήθ. θεωρείται δεδομένο, σίγουρο: Η ομάδα ~σε ~ της τη νίκη.|| (για πρόσ.) Ξέφυγε ~ ~ των Αρχών., χέρι-χέρι/χέρι με χέρι 1. & χεράκι-χεράκι: κρατώντας ο ένας τον άλλο από το χέρι: Περπατούσαμε ~ ~. 2. (μτφ.) για να δηλωθεί ότι κάτι συμβαδίζει με κάτι άλλο: ~ ~ οι δύο ομάδες στη βαθμολογία (ΣΥΝ. κοντά-κοντά). Φοιτητές και καθηγητές διαδήλωσαν ~ ~ (: μαζί, ενωμένοι)., (είναι) το δεξί χέρι κάποιου βλ. δεξιός, (έχω) καθαρά χέρια βλ. καθαρός, (πηγαίνω) με τον σταυρό στο χέρι βλ. σταυρός, αλλάζει χέρια βλ. αλλάζω, απλώνω χέρι βλ. απλώνω, από δεύτερο χέρι βλ. δεύτερος, από πρώτο χέρι βλ. πρώτος, αρπάζω κάτι/κάποιον (μέσα) από τα χέρια κάποιου βλ. αρπάζω, βάζω τα χεράκια μου και βγάζω τα ματάκια/μάτια μου βλ. χεράκι, βάζω το χέρι μου στη φωτιά βλ. φωτιά, βάζω το χέρι μου/με το χέρι στο Ευαγγέλιο βλ. ευαγγέλιο, βάζω το χέρι/με το χέρι στην καρδιά βλ. καρδιά, γεια στα χέρια σου! βλ. γεια, γλιστρά (μέσα) από τα δάχτυλά/από τα χέρια μου βλ. γλιστρώ, δένω τα χέρια (κάποιου) βλ. δένω, δίνω/βάζω ένα χέρι/χεράκι βλ. δίνω, δοκιμάζει το πόδι/το χέρι (του) βλ. δοκιμάζω, έβαψε/έχει βάψει τα χέρια του με/στο αίμα βλ. βάφω, ελευθερώνω τα χέρια (κάποιου) βλ. ελευθερώνω, ζητώ το χέρι βλ. ζητώ, κάθομαι/μένω/περιμένω/στέκομαι με σταυρωμένα/δεμένα χέρια/σταυρώνω τα χέρια βλ. σταυρώνω, κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει βλ. κάλλιο, κάνω τα αδύνατα δυνατά/ό,τι περνά(ει) από το χέρι μου βλ. αδύνατος, κατάσχεση στα χέρια τρίτου βλ. κατάσχεση, κόβω το κεφάλι/χέρι μου βλ. κόβω, κρατώ στα χέρια μου την τύχη κάποιου βλ. τύχη, λερώνω τα χέρια μου βλ. λερώνω, λερώνω τα χέρια μου με αίμα βλ. αίμα, λύνω τα χέρια (κάποιου) βλ. λύνω, με άδεια χέρια βλ. άδειος, με ανάταση του χεριού (/των χεριών) βλ. ανάταση, με γεμάτα χέρια βλ. γεμάτος, με μια βαλίτσα στο χέρι βλ. βαλίτσα, με το κλειδί στο χέρι βλ. κλειδί, με χέρια και με πόδια βλ. πόδι, μένω στα χέρια (κάποιου) βλ. μένω, μετριούνται/είναι μετρημένοι στα δάχτυλα (του ενός χεριού) βλ. δάχτυλο, όλα τα δάχτυλα (του χεριού) δεν είναι ίδια/ίσα βλ. δάχτυλο, παίρνω κάτι στα χέρια μου βλ. παίρνω, παίρνω τον νόμο στα χέρια μου βλ. νόμος, περνάει στα χέρια κάποιου βλ. περνώ, σηκώνω στα χέρια (μου) βλ. σηκώνω, σηκώνω τα χέρια ψηλά βλ. σηκώνω, σηκώνω χέρι βλ. σηκώνω, σφίγγω το χέρι κάποιου & σφίγγουμε τα χέρια βλ. σφίγγω, τα χέρια του στάζουν αίμα βλ. στάζω, το 'να χέρι νίβει τ' άλλο και τα δυο το πρόσωπο βλ. νίβω, υπογράφω και με τα δυο χέρια βλ. υπογράφω, χέρι που δεν μπορείς να το δαγκώσεις, φίλησέ/φίλα το βλ. φιλώ [< μεσν. χέριν, γαλλ. main, αγγλ. hand, γερμ. Hand]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.