Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • νέηλυς νέ-η-λυς επίθ. {αρσ. κ. θηλ. | πληθ. νεήλυδες} (αρχαιοπρ.-συνήθ. ειρων.): νεοφερμένος. Βλ. έπηλυς. [< αρχ. νέηλυς]

έπηλυς

έπηλυς[ἔπηλυς] έ-πη-λυς επίθ. {αρσ. κ. θηλ. | συνήθ. στον πληθ. επήλυ-δες} (αρχαιοπρ.): που έχει έρθει από άλλον τόπο, άλλη χώρα, σε αντιδιαστολή με τον ντόπιο: ~δες: λαοί/πληθυσμοί (= ξένοι). ~δες: φυλές. Πβ. αλλοδαπός, έποικος, ετερόχθων. ΑΝΤ. αυτόχθων (1) [< αρχ. ἔπηλυς]