Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 6 εγγραφές  [0-6]


  • νέος , α, ο νέ-ος επίθ. {νεότ-ερος, -ατος} 1. που βρίσκεται ανάμεσα στην εφηβεία και την ωριμότητα· κατ' επέκτ. που διατηρεί τη νεανικότητά του, αν και περασμένης ηλικίας: ~οι: γονείς/επιστήμονες/ψηφοφόροι (= νεαροί). Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς (ακρ. ΓΓΝΓ). Είναι πολύ ~ για (να γίνει) ...|| Νιώθει ακόμα ~ (στην καρδιά/στο σώμα/στην ψυχή). Δείχνει/φαίνεται ~. Παραμένει πάντα ~α (και δραστήρια). Πβ. αγέραστος, ακμαίος, θαλερός. 2. που γίνεται, εμφανίζεται ή τίθεται σε λειτουργία για πρώτη φορά· που μόλις άρχισε (διαδεχόμενος κάτι άλλο): ~ος: θεσμός. ~α: έκδοση/ταινία. ~ο: κόμμα/κρούσμα/πρόγραμμα (: αναθεωρημένο). ~οι: κανονισμοί. ~ες: δοκιμασίες/δυνατότητες/εξελίξεις/θέσεις εργασίας/κυκλοφορίες/τάσεις. Ευτυχισμένος ο ~ χρόνος! Κάνουμε μια ~α αρχή/ένα ~ο ξεκίνημα! Εγκαινίασαν το ~ο τους κατάστημα.|| ~οι: συνεργάτες/φίλοι. ~ες: γνωριμίες.|| (ειδικότ., σύγχρονος:) ~ος: συντηρητισμός (= νεοσυντηρητισμός). Νέοι Έλληνες (= Νεοέλληνες). ΣΥΝ. καινούργιος (2) 3. που έχει δημιουργηθεί, κατασκευαστεί ή αποκτηθεί πρόσφατα: ~ο: κτίριο. ~ες: εγκαταστάσεις. ~α: έργα/προϊόντα.|| ~α: αποκτήματα. Να σου δείξω το ~ο μου αμάξι/σπίτι! ΣΥΝ. καινούργιος (1) ΑΝΤ. παλιός (2) 4. που μόλις ξεκίνησε ή ανέλαβε κάτι: ~ος: οδηγός (= άπειρος, αρχάριος)/πρόεδρος/υπάλληλος. ~οι: επαγγελματίες. ~α: μέλη. Είναι (σχετικά) ~ στο επάγγελμα/στον χώρο.|| ~α: διοίκηση/κυβέρνηση. ΣΥΝ. νεόκοπος.|| ~οι: δημιουργοί/καλλιτέχνες (= πρωτοεμφανιζόμενοι). ΣΥΝ. καινούργιος (2) 5. που εισάγει καινούργια στοιχεία: ~α: θεραπεία/θεωρία/μέθοδος/οπτική (: διαφορετική)/προσέγγιση. ~ες: ιδέες. Πβ. ανανεωτικός, καινοτόμος, μοντέρνος, νεωτεριστικός, πρωτοποριακός. Βλ. νεο-. ● Ουσ.: Νέοι (οι): ΑΘΛ. ηλικιακή κατηγορία κατάταξης αθλητών: Εθνική/Πρωτάθλημα ~ων. Πβ. Έφηβοι. Βλ. Νεάνιδες., νέος (ο) 1. {θηλ. νέα} ενν. άνδρας ή γυναίκα: άνεργος/φιλόδοξος ~. Οι ~οι και ~ες (= η νεολαία· πβ. νεότητα). ΣΥΝ. νεαρός, νεαρή ΑΝΤ. γέρος (1) 2. καινούργιος σε κάποιον χώρο: οι ~οι στη δουλειά. 3. (στη στρατιωτική αργκό) νεοσύλλεκτος. ● ΣΥΜΠΛ.: Νέα Ελληνικά 1. Νέα Ελληνική γλώσσα. Βλ. Αρχαία Ελληνική. ΣΥΝ. Νεοελληνικά (τα) 2. (συνεκδ.) το μάθημα της Νέας Ελληνικής Γλώσσας και Γραμματείας· το σχετικό βιβλίο., νέο κρασί & (σπάν.) νεαρό κρασί: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που καταναλώνεται αμέσως μετά το τέλος της ζύμωσης., νέο κύμα 1. ΜΟΥΣ. ρεύμα στο ελληνικό τραγούδι της δεκαετίας του 1960, με χαρακτηριστικά τη λυρικότητα, την τρυφερότητα και την απλότητα. Βλ. μπαλάντα, μπουάτ. 2. ΚΙΝΗΜ. νουβέλ βαγκ., Νέος Κόσμος: οι ήπειροι που ανακαλύφθηκαν από τους Ευρωπαίους στους νεότερους χρόνους (η Ανταρκτική, η Ωκεανία και ιδ. η Αμερική)., γρηγοριανό/νέο ημερολόγιο βλ. γρηγοριανός, Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων βλ. κατάστημα, νέα εποχή βλ. εποχή, Νέα Ρώμη βλ. Ρώμη1, Νέα Σελήνη βλ. σελήνη, νέα τάξη (πραγμάτων) βλ. τάξη, νέα/ψηφιακή οικονομία βλ. οικονομία, νέες τεχνολογίες βλ. τεχνολογία, νέο αίμα βλ. αίμα, νέο μυθιστόρημα βλ. μυθιστόρημα ● ΦΡ.: εκ νέου (λόγ.): πάλι, ξανά, για μια ακόμα φορά: ~ ~ δημοσίευση του άρθρου (= επαναδημοσίευση). Η δίκη αναβλήθηκε/το θέµα συζητήθηκε ~ ~., (ο νέος είναι ωραίος, αλλά) ο παλιός είναι αλλιώς βλ. παλιός, ανοίγει νέους/καινούργιους δρόμους βλ. δρόμος, με άλλα/διαφορετικά/καινούργια/νέα μάτια βλ. μάτι, νέας/τελευταίας κοπής βλ. κοπή, ω καιροί! ω ήθη!/άλλοι καιροί, άλλα ήθη/νέοι καιροί, νέα ήθη βλ. καιρός [< αρχ. νέος, γαλλ. nouveau, αγγλ. new, γερμ. neu]
  • νεοσσός νε-οσ-σός ουσ. (αρσ.) (επίσ.): πτηνό (ή σπάν. ερπετό) που εκκολάφθηκε πρόσφατα: ~οί αετού/κότας (= κλωσόπουλα, κοτοπουλάκια· πβ. ξεπεταρούδι)/περιστεριού (= πιτσουνάκια). Βλ. νεογνό. [< αρχ. νεοσσός]
  • νεοσύλλεκτος νε-ο-σύλ-λε-κτος ουσ. (αρσ.) {-ου (σπάν. λόγ.) -έκτου | -ων (συνήθ. λόγ.) -έκτων, -ους (σπάν. λόγ.) -έκτους· σπάν. θηλ. νεοσύλλεκτη}: ΣΤΡΑΤ. που μόλις κατατάχθηκε στις Ένοπλες Δυνάμεις: ~ της ΠΑ/του ΠΝ. Ορκίστηκαν οι ~οι. Πβ. γκάβακας, νέοπας, νέος, ποντίκι, στραβάδι, ψάρι.|| (ως επίθ.) ~οι: οπλίτες/στρατιώτες/φαντάροι.|| (κατ' επέκτ.) Οι ~οι της Αστυνομίας.|| (μτφ.) ~οι της δημοσιογραφίας/στο φόρουμ. Πβ. νεόκοπος. ● ΣΥΜΠΛ.: Κέντρο (Εκπαίδευσης) Νεοσυλλέκτων (ακρ. ΚΕΝ): ΣΤΡΑΤ. στρατόπεδο όπου παρουσιάζονται και κάνουν τη βασική εκπαίδευση οι νεοσύλλεκτοι. Βλ. Κ.Ε.ΔΒ., Κ.Ε.ΜΧ., Κ.Ε.ΠΒ., Κ.Ε.ΤΘ., ΚΕΕΔ, ΚΕΕΜ, ΚΕΥΠ. [< μτγν. νεοσύλλεκτος, γαλλ. nouvelle recrue]
  • νεοσυντηρητικός , ή, ό νε-ο-συ-ντη-ρη-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον νεοσυντηρητισμό: ~ή: ιδεολογία/κυβέρνηση/πολιτική.|| (ως ουσ.) Οι ~οί. [< αγγλ. neoconservative, 1952, γαλλ. néoconservateur]
  • νεοσυντηρητισμός νε-ο-συ-ντη-ρη-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. σύγχρονη μορφή πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού συντηρητισμού. Βλ. θατσερισμός, -ισμός. [< αγγλ. neoconservatism, 1960, γαλλ. néoconservatisme]
  • νεοσύστατος , η, ο νε-ο-σύ-στα-τος επίθ. (λόγ.): που συστάθηκε πρόσφατα: ~ος: δήμος/θεσμός/φορέας. ~η: επιτροπή/εταιρεία/σχολή/υπηρεσία. ~ο: ίδρυμα/κόμμα/σωματείο/υπουργείο. Πβ. νεόδμητος, νεόπλαστος, νεότευκτος. ΣΥΝ. αρτισύστατος, νεοπαγής [< μτγν. νεοσύστατος]

αίμα

αίμα[αἷμα] αί-μα ουσ. (ουδ.) {αίμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΙΑΤΡ. το κόκκινο υγρό που κυκλοφορεί στην καρδιά, τις αρτηρίες, τις φλέβες και τα τριχοειδή αγγεία του ανθρώπου και των άλλων σπονδυλωτών ζώων και κατ' επέκτ. των ασπόνδυλων, μεταφέροντας οξυγόνο και τις αναγκαίες για τον οργανισμό ουσίες και απομακρύνοντας τις άχρηστες: αναλυτής/απώλεια/δείγμα/θρόμβος/ίχνη/καλλιέργεια/κηλίδες/ορός/προσφορά/ροή/χορήγηση/φιάλη ~ατος. Οι λειτουργίες/τα λιπίδια/οξυγόνωση/πηκτικότητα/παράγωγα/το πλάσμα/σάκχαρο/συστατικά του ~ατος. Ασθένειες του ~ατος (βλ. αν-, λευχ-, σηψ-, υπερ-αιμία). Λεκές από ~. Ανιχνεύτηκαν υψηλά επίπεδα χοληστερόλης στο ~. Έκθεση σε μολυσμένο ~. Έδωσε/πρόσφερε ~ (: έγινε αιμοδότης). Χρειάζεται επειγόντως ~. Βγήκε/έτρεξε ~ από τη μύτη του/την πληγή. Του πήραν ~ (για εξέταση). Εμφάνισε ~ στα ούρα. Έχει πολύ ~ (: κατά την έμμηνο ρύση). Τα χέρια του γέμισαν ~/~ατα. (εμφατ.) Το κουνούπι τού ήπιε/ρούφηξε το ~. Βλ. αιμο-πετάλιο, -σφαίρια.|| (στον πληθ., για δήλωση μεγάλης ποσότητας) Τον είδε μες στα ~ατα.|| (μτφ.) Το καρπούζι είναι/στάζει ~ (: είναι πολύ κόκκινο, ζουμερό). 2. (μτφ.) ζωτική δύναμη, το ίδιο το άτομο, η ζωή του: Αυτό το σπίτι είναι το ~ του (: ο ιδρώτας, ο κόπος, ο μόχθος του). Σου έδωσα το ~ μου (: την ψυχή)/το ~ της καρδιάς μου! 3. (μτφ.) καταγωγή, συγγένεια και συνεκδ. ο συγγενής: Έχει/κυλάει αριστοκρατικό/βασιλικό/ελληνικό/τσιγγάνικο ~ στις φλέβες του. Είμαστε ένα/το ίδιο ~ (πβ. όμαιμος). (επίσ.) Εξ ~ατος διαδοχή/καταγωγή.|| (συνεκδ.) Ό, τι κι αν κάνει, είναι ~ μου και δεν μπορώ να του κρατήσω κακία. Τον πρόδωσε το ίδιο του το ~. 4. (μτφ.) φόνος: ταινίες με πολύ ~. Ζητά εκδίκηση για το ~ αθώων. Διψά για ~. (προτρεπτικά) ~ στο ~ (: ο φόνος πρέπει να πληρωθεί με φόνο, βλ. βεντέτα). Θυσίες/ποτάμι ~ατος (: για αιματοχυσία).|| Το πρώτο ~ (: οι πρώτοι νεκροί του αγώνα/πολέμου). Το ~ των ηρώων/μαρτύρων (= η θυσία). ● ΣΥΜΠΛ.: ακάθαρτο αίμα: το αίμα που περιέχει ουσίες τις οποίες αποβάλλει ο οργανισμός: Από την καρδιά το ~ ~ οδηγείται στους πνεύμονες., γαλάζιο αίμα: αριστοκρατική καταγωγή: Έχει ~ ~ (: είναι γαλαζοαίματος). Στις φλέβες του κυλά/ρέει ~ ~., δεσμός αίματος {συνηθέστ. στον πληθ.}: σχέση συγγένειας και κατ' επέκτ. δυνατής φιλίας: ~ ~ μεταξύ γονέα και παιδιού. Τους ενώνουν/συνδέουν (άρρηκτοι/ακατάλυτοι) ~οί ~.|| (μτφ.) Μεταξύ των εταιρειών υπάρχει ~ ~. [< γερμ. die Bande des Blutes] , εξέταση/ανάλυση/τεστ αίματος: ΙΑΤΡ. εξέταση δείγματος αίματος με σκοπό τον καθορισμό της ομάδας αίματος, την ύπαρξη παθολογικού ή κληρονομικού παράγοντα: γενική/διαγνωστική/ειδική/μικροβιολογική ~ ~. Ανοσολογικές/βιοχημικές/εξειδικευμένες αναλύσεις ~. ~ ~ και ούρων. ~ ~ για την ανίχνευση ιού/μεσογειακή αναιμία. Διάγνωση της νόσου με μία απλή ~ ~. Έκανε γενική (ενν. εξέταση) αίματος. [< αγγλ. blood test, 1912] , κρύο αίμα: ψυχραιμία., κύκλος (του) αίματος: διαδοχικοί φόνοι, αιματοχυσία., λήψη αίματος: ΙΑΤΡ. διαδικασία κατά την οποία λαμβάνεται αίμα με σύριγγα (για εργαστηριακές εξετάσεις). ΣΥΝ. αιμοληψία, λουτρό αίματος (μτφ.): αιματοχυσία: Σύγκρουση που εξελίχθηκε/κατέληξε σε (απίστευτο/φρικιαστικό) ~ ~ αμάχων. [< γαλλ. bain de sang] , μαύρο/σκοτωμένο αίμα (εμφατ.): το σκούρο κόκκινο αίμα ή αυτό που προέρχεται από χτύπημα ή προκαλείται από ασθένεια: Άνοιξε η πληγή και βγήκε/έτρεξε ~ ~., μετάγγιση αίματος: ΙΑΤΡ. μετάγγιση. [< γαλλ. transfusion sanguine] , νέο αίμα (μτφ.): νέοι άνθρωποι με ανανεωτικές, προοδευτικές και πρωτοπόρες ιδέες σε κάποιον χώρο, τομέα: Χρειαζόμαστε ~ ~ στον αθλητισμό/στη Βουλή. Το ~ ~ (: προσωπικό) που θα στελεχώσει την εταιρεία. [< αγγλ. new blood] , ντόπινγκ αίματος: ΑΘΛ. μετάγγιση ερυθρών αιμοσφαιρίων σε αθλητή, συνήθ. πριν από αγώνα, που του είχαν αφαιρεθεί παλιότερα, για να αυξηθεί η ικανότητα οξυγόνωσης του οργανισμού του: Έλεγχος ~ ~. [< αγγλ. blood doping, 1973] , ομάδα αίματος & (σπάν.) τύπος αίματος: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κατηγοριοποίηση του αίματος με βάση την παρουσία ή απουσία ειδικών αντιγόνων στα ερυθρά αιμοσφαίρια: ~ ~ A, B, AB, 0. Βλ. ρέζους. [< αγγλ. blood group/type, 1916] , όρκος αίματος: όρκος που επισφραγίζεται με χύσιμο αίματος: δεμένοι με ~ο ~. Έδωσαν ~ο ~ (: για αιώνια πίστη και αφοσίωση)., πήξη του αίματος: ΙΑΤΡ. διαδικασία κατά την οποία το αίμα μετατρέπεται σε αδιάλυτο σύνολο (πήγμα): Τα αιμοπετάλια βοηθούν στην ~ ~. Βλ. αιμορροφιλία, αντιπηκτικό, προθρομβίνη., πίεση (του) αίματος: ΙΑΤΡ. πίεση που ασκεί το αίμα στα τοιχώματα των αιμοφόρων αγγείων: αυξημένη/διαστολική/συστολική/υψηλή/φυσιολογική/χαμηλή (αρτηριακή) ~ ~. [< αγγλ. blood pressure] , το αίμα του Ιησού/Κυρίου/Χριστού: ΕΚΚΛΗΣ. ο οίνος της Θείας Ευχαριστίας: Κοινωνώ/μεταλαμβάνω (το) σώμα και (το) ~ ~., τράπεζα αίματος: χώρος συλλογής, επεξεργασίας και αποθήκευσης αίματος με σκοπό τη διάθεσή του για μεταγγίσεις και κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος οργανισμός: Δίνω αίμα στην ~ ~. [< γερμ. Blutbank] , φόρος αίματος (μτφ.): μεγάλος αριθμός βίαιων θανάτων συνήθ. σε πολεμική επιχείρηση, αιματοχυσία, ατύχημα: ~ ~ στην άσφαλτο. Βαρύ ~ο ~ πλήρωσαν οι στρατιώτες στο πεδίο της μάχης., κυκλοφορία του αίματος βλ. κυκλοφορία ● ΦΡ.: (συγγενείς/συγγένεια) εξ αίματος: με κοινή οκογενειακή καταγωγή: Έχουν/συνδέονται με συγγένεια ~ ~ δεύτερου/πρώτου βαθμού. Είναι συγγενείς ~ ~ σε ευθεία/πλάγια γραμμή. ΑΝΤ. (συγγενείς/συγγένεια) εξ αγχιστείας/από αγχιστεία, αίμα και άμμος!: (για χαρακτηρισμό έκρυθμων καταστάσεων) μεγάλη φασαρία, πολλά επεισόδια εξαιτίας οξυμμένων αντιπαραθέσεων ή έντονου φανατισμού: Έγινε ~ ~ στη διαδήλωση. Θα γίνει ~ ~ στο αυριανό ντέρμπι. Πβ. τα έκαναν γυαλιά καρφιά., ανάβουν τα αίματα: προκαλείται αντιπαράθεση, μεγάλη ένταση, θυμός: Άναψαν ~ στον αγωνιστικό χώρο/στη συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου., βάζω (κάποιον)/μπαίνω στα αίματα: κινητοποιώ κάποιον να αναμειχθεί με κάτι ή παρασύρομαι να εμπλακώ σε αυτό: Τον έβαλε/μπήκε ~ να ασχοληθεί με την πολιτική., βουτηγμένος στο αίμα 1. για πρόσωπο που αιμορραγεί. 2. για εγκληματία: Είναι ~ ~ από τα αλλεπάλληλα φονικά.|| (σπανιότ.) Βούτηξε τα χέρια του ~ αθώων (: τους σκότωσε)., βράζει/κοχλάζει το αίμα (μτφ.): για μεγάλη ζωντάνια, ενεργητικότητα και έντονες ορμές: Νέοι είναι, ~ ~ τους., δεν έχει αίμα μέσα/στις φλέβες του/σταγόνα αίμα μέσα του/δεν τρέχει/κυλάει αίμα στις φλέβες του (μτφ.): δεν έχει αισθήματα, μένει ασυγκίνητος μπροστά στον ανθρώπινο πόνο: Εσύ δεν έχεις αίμα (μέσα/πάνω) σου/δεν κυλάει αίμα στις φλέβες σου! Είσαι εντελώς αναίσθητος!, δίνω/χύνω το αίμα μου (για κάποιον/κάτι): δίνω τη ζωή μου, θυσιάζομαι για κάτι: Έδωσαν ~ τους για τη λευτεριά/την πατρίδα/την πίστη., είναι/το έχω στο αίμα μου: έχω την τάση να κάνω κάτι, είναι αναπόσπαστο στοιχείο του χαρακτήρα μου, το έχω εκ γενετής: Το ψέμα είναι ~ της (: στη φύση, στο είναι της, μέσα της). [< γαλλ. dans le sang] , κάποιος/κάτι μου ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι/την πίεση (μτφ.-εμφατ.): με εξοργίζει, με κάνει έξω φρενών: Η απραξία/ο δόλος του μου ανέβασε ~. Με τα καμώματά της ~ ~., κατουρώ/ξερνώ αίμα: αποβάλλω αίμα από τα αντίστοιχα σημεία του σώματος: (κ. μτφ. ως απειλή) Θα σε κάνω να κατουρήσεις/ξεράσεις ~., κολυμπώ/πλέω/λούζομαι στο αίμα (μτφ.): είμαι γεμάτος αίμα, συνήθ. ως αποτέλεσμα μεγάλης αιμορραγίας ή πολλαπλών τραυμάτων., λερώνω τα χέρια μου με αίμα (μτφ.): διαπράττω φόνο: Λέρωσε τα χέρια του ~ αδερφικό., με αίμα (μτφ.) 1. με φόνο: Η προσβολή/ο φόνος/το αίμα θα ξεπλυθεί ~ ~. 2. με αιματοχυσία, με προσφορά, στέρηση της ζωής κάποιου (για την επίτευξη ανώτερου σκοπού): γη βαμμένη/ποτισμένη ~ ~. 3. με κόπους, με βάσανα και στερήσεις: Ό,τι απέκτησε, το απέκτησε ~ ~ (και δάκρυα/θυσίες/ιδρώτα/πόνο)., με πήραν τα αίματα (προφ.): άρχισα να χάνω αίμα, αιμορραγώ (εξαιτίας τραυματισμού)., μέχρι την τελευταία ρανίδα του αίματος & (λόγ.) μέχρι τελευταίας ρανίδος: για αγώνα ή προσπάθεια που γίνεται μέχρι(ς) εσχάτων: Υπερασπίστηκαν την ελευθερία ~ του αίματός τους. Θα παλέψουμε μέχρι τελευταίας ρανίδος., μου (έ)κοψε το αίμα/τη χολή & (σπάν.) μου έσπασε τη χολή (μτφ.): με τρόμαξε πολύ: Μου ~ψες ~! Ακούστηκε ένας δυνατός κρότος που του ~ ~.|| Μου κόπηκε ~ από τον φόβο (= κατατρόμαξα)., πάγωσε το αίμα (στις φλέβες) μου (μτφ.): τρόμαξα πολύ, παρέλυσα από τον φόβο: Η είδηση/ο σεισμός ~ ~ στις φλέβες μας., παίρνω το αίμα μου πίσω/πίσω το αίμα μου & παίρνω το δίκιο μου πίσω (μτφ.): εκδικούμαι: Είναι αποφασισμένος να πάρει το αίμα του πίσω για την ταπείνωση που υπέστη., πνίγω στο αίμα (μτφ.): καταστέλλω κάτι με βίαιο τρόπο, προκαλώντας τον θάνατο πολλών ατόμων: Η διαδήλωση/εξέγερση/στάση ~ηκε ~.|| Ο τόπος ~ηκε ~ από τα εχθρικά στρατεύματα (= αιματοκυλίστηκε)., πότισε με το αίμα του: θυσιάστηκε για κάτι: ~σαν ~ τους το δέντρο της λευτεριάς. ~σε την πατρική γη με ~. Η σημαία ποτίστηκε με ~ των αγωνιστών. Γη ποτισμένη με αίμα ηρώων/μαρτύρων., σιγά τα αίματα! (προφ.-ειρων.): απαξιωτική απάντηση σε απειλή ή για κατάσταση που θεωρείται σοβαρή ή προκαλεί φόβο: (καλέ) ~ ~, μας τρόμαξες! ~ ~, ρε μεγάλε/παλικαράδες!, το αίμα νερό δεν γίνεται: οι συγγενικοί δεσμοί δεν καταλύονται: Αδέρφια είναι, όσο κι αν τσακώνονται, στο τέλος τα ξαναβρίσκουν. ~ ~!, τραβάει το αίμα μου (κάτι) (μτφ.): έχω την τάση, ρέπω προς κάτι συνήθ. αρνητικό: Την τραβάει ~ του την απατεωνιά. Το τραβάει ~ του να τσακώνεται με τους άλλους., φτύνω αίμα 1. (μτφ.) βασανίζομαι σκληρά, ταλαιπωρούμαι αφάνταστα, για να επιτύχω κάτι: Καθημερινά ~ει ~ για το μεροκάματο. Έφτυσε ~ για να βγάλει το Πανεπιστήμιο/να μεγαλώσει τα παιδιά του. (απειλητ.) Θα τον κάνω να ~σει ~! Πβ. δεινοπαθώ, μαρτυρώ, παιδεύομαι, χτικιάζω. 2. έχω αιμόπτυση., χύνεται (άφθονο/πολύ) αίμα (/χύνονται ποτάμια/ποταμοί αίματος)/τρέχει (ποτάμι το) αίμα: προκαλείται αιματοχυσία, θάνατος από σκοτωμό, ατύχημα ή προσωπική θυσία: Έχει χυθεί πολύ αίμα/έχουν χυθεί ποτάμια αίματος στην άσφαλτο (: για τα θανατηφόρα τροχαία ατυχήματα).|| Θα χυθεί πολύ αίμα στον αυριανό αγώνα (ΣΥΝ. θα γίνει χαμός)!, βάφτηκε με/στο αίμα βλ. βάφω, έβαψε/έχει βάψει τα χέρια του με/στο αίμα βλ. βάφω, έγραψε (κάτι) με το αίμα του βλ. γράφω, μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι/η πίεση βλ. ανεβαίνω, ρουφάει/πίνει το αίμα/το μεδούλι κάποιου βλ. ρουφώ, τα χέρια του στάζουν αίμα βλ. στάζω, υπογράφω με το αίμα μου βλ. υπογράφω, χύνω αίμα/ιδρώτα βλ. χύνω [< αρχ. αἷμα, γαλλ. sang]

γρηγοριανός

γρηγοριανός, ή, ό γρη-γο-ρι-α-νός επίθ.: στα ● ΣΥΜΠΛ.: γρηγοριανό/νέο ημερολόγιο & πολιτικό ημερολόγιο: που εισήχθη στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης του Πάπα Γρηγορίου ΙΓ' (1582) και ισχύει στις περισσότερες χώρες του κόσμου (στην Ελλάδα από το 1923). Βλ. ιουλιανό/παλαιό ημερολόγιο., γρηγοριανό μέλος βλ. μέλος2 [< μεσν. λατ. gregorianus]

δρόμος

δρόμοςδρό-μος ουσ. (αρσ.) 1. μακρόστενη επιφάνεια εδάφους που πλαισιώνεται συνήθ. από σπίτια ή/και κτίρια και έχει χαραχθεί και διαμορφωθεί έτσι, ώστε να κινούνται σε αυτήν άνθρωποι ή/και κυρ. οχήματα: αγροτικός/αδιέξοδος (βλ. αδιέξοδο)/αμαξιτός/ανηφορικός/αστικός/άστρωτος (βλ. χωματόδρομος)/ασφαλτοστρωμένος/δασικός/δευτερεύων (πβ. παράδρομος)/δημόσιος/δύσβατος/εθνικός/ελικοειδής/επαρχιακός/επικίνδυνος/έρημος/ευθύς/ιδιωτικός/κατηφορικός/κεντρικός (βλ. λεωφόρος)/κύριος/πλακόστρωτος/πλατύς/πολυσύχναστος/στενός/φιδωτός ~. ~ προτεραιότητας. ~ μονής/διπλής (βλ. αρτηρία, αυτοκινητόδρομος) κατεύθυνσης. ~ με κίνηση/κλειστές στροφές/(διαχωριστική) νησίδα. ~ για τους πεζούς (βλ. πεζόδρομος). Κατάστρωμα (πβ. οδόστρωμα)/κράσπεδο/όνομα/πλευρά/ρείθρο/χάραξη του ~ου. Διασταύρωση ~ων (βλ. σταυροδρόμι). (Δι)ανοίχτηκε ~. Ο ~ είναι ανοιχτός. Διασχίζω/περνώ/φτιάχνω τον ~ο. Περπατώ στον ~ο. Γυρίζει/περιφέρεται στους ~ους. Ζωγράφος/καλλιτέχνης (του) ~ου (βλ. πλανόδιος, υπαίθριος). Το δωμάτιο βλέπει στο(ν) ~ο. Σε ποιο ~ο μένει; ΣΥΝ. οδός (1) 2. (ειδικότ.) μετάβαση από έναν τόπο ή σημείο σε άλλο, η απόσταση που διανύεται και η διαδρομή που ακολουθείται· διέξοδος, πέρασμα: (ως ευχή) Καλό ~ο (= ταξίδι)! Σε όλο το ~ο τη σκεφτόμουν. (κυριολ. κ. μτφ.) Έχουμε να διανύσουμε/να κάνουμε πολύ ~ο ακόμα. Μια ώρα/μιας ώρας ~. Πέντε χιλιόμετρα ~. Βρίσκω/μπερδεύω τον ~ο. Μου ζήτησε να του δείξω τον ~ο. Συνέχισαν τον ~ο τους και έφτασαν στον προορισμό τους. Ποιος είναι ο συντομότερος ~; Από ποιο ~ο ήρθες; Ακολουθώ τον ίδιο ~ο/τον ~ο που οδηγεί στην παραλία. Είμαι/επιστρέφω στον ~ο για/προς ... Θα πάω να τον δω, είναι στον ~ο μου. Με έφαγαν οι ~οι (= με κούρασαν οι μετακινήσεις).|| Εναέριοι/θαλάσσιοι/υδάτινοι ~οι (= πορείες των αεροπλάνων ή των πλοίων).|| (μτφ.) Μουσικοί ~οι (: μουσικές διαδρομές).|| Βρίσκω ~ο μέσα από ... (προφ.) Ανοίξτε ~ο (: για διέλευση μέσα από πλήθος κόσμου). Βλ. διάδρομος. 3. (μτφ.) η τακτική και οι ενέργειες για την επίτευξη ενός στόχου, οι επιλογές που γίνονται ή οι δυνατότητες που προσφέρονται και κατ' επέκτ. η πορεία που ακολουθείται στη ζωή, η χρονική της διάρκεια και οι συνακόλουθες εμπειρίες: ο ~ της αρετής/της ελπίδας/της ευτυχίας/της κακίας/της προσφοράς/του χρέους. Ο (βέβαιος) ~ προς τη δόξα/την ειρήνη/την ενωμένη Ευρώπη/την επιτυχία/την κορυφή/το κύπελλο/τη μάθηση. Ο ~ για υγεία και ευεξία. Υπάρχει κι άλλος ~ πέρα από τον φανατισμό και τη μισαλλοδοξία. Η πορεία προς τη γνώση δεν είναι ~ στρωµένος µε ροδοπέταλα (: δεν είναι εύκολη). Ο ~ που οδηγεί στη λύση του προβλήματος (= μέθοδος, τρόπος). Δύσβατος ο ~ της μεταρρύθμισης. Οι ~οι μας είναι διαφορετικοί, αλλά ο στόχος κοινός. Βλ. πρόδρομος.|| Παράλληλοι ~οι (βλ. βίοι παράλληλοι). Έχει να επιλέξει ανάμεσα σε δύο ~ους. Διαλέγω το(ν) δύσκολο/εύκολο ~ο. Βαδίζει στον ~ο του καθήκοντος. Βρίσκεται/επανήλθε στον σωστό ~ο. Διασταυρώθηκαν/συναντήθηκαν/χώρισαν οι ~οι μας. 4. ΑΘΛ. αγώνισμα στο οποίο οι αθλητές τρέχουν και νικητής αναδεικνύεται ο ταχύτερος: ~ 100/200/400/800/1.500 μέτρων. ~ ημιαντοχής/ταχύτητας. 5. ΤΕΧΝΟΛ. γραμμή, κανάλι μετάδοσης ή παροχής: ~ διάδοσης. ● Υποκ.: δρομάκι (το) & δρομάκος & (λόγ.) δρομίσκος (ο): στη σημ. 1: γραφικό/ερημικό/χωμάτινο ~ (βλ. σοκάκι). Τα στενά ~ια με τα παραδοσιακά σπίτια. Περιπλανήθηκα στα μικρά, δαιδαλώδη ~ια του κάστρου. Βλ. μονοπάτι. ● ΣΥΜΠΛ.: αγώνας δρόμου 1. ΑΘΛ. συναγωνισμός αθλητών, επαγγελματιών ή μη, στο τρέξιμο: λαϊκός ~ ~. ~ ~ αγοριών και κοριτσιών. 2. (μτφ.) για ταχύτατες ενέργειες της τελευταίας στιγμής, προκειμένου να επιτευχθεί ένας στόχος: Έχουν αποδυθεί/επιδοθεί σε ~α ~ για να προλάβουν ..., εμπορικός δρόμος & εμπορική οδός 1. που έχει πολλά καταστήματα, εμπορικά κέντρα και κατ' επέκτ. ιδιαίτερη εμπορική και αγοραστική κίνηση: οι ακριβότεροι ~οί ~οι. 2. διεθνής οδικός άξονας στον οποίο διακινούνται εμπορεύματα: ~οί ~οι που συνδέουν τη Δύση με την Ανατολή.|| Θαλάσσιος ~ ~ από και προς τον Εύξεινο Πόντο., παιδί του δρόμου: που στερείται την οικογενειακή φροντίδα, είναι άστεγο και συχνά οδηγείται στην επαιτεία ή την παρανομία: βοήθεια/υποστήριξη στα ~ιά ~. Πρόγραμμα/προστασία/τηλεμαραθώνιος αγάπης για τα ~ιά ~. Βλ. αλητάκι, παιδιά των φαναριών. [< γαλλ. enfant des rues] , ταινία δρόμου: ΚΙΝΗΜ. με θέμα την περιπλάνηση ανήσυχων ή/και περιθωριακών ανθρώπων που ξεκινούν ένα μακρύ ταξίδι χωρίς καθορισμένη συνήθ. πορεία. ΣΥΝ. ρόουντ μούβι [< αγγλ. road movie] , ανώμαλος δρόμος βλ. ανώμαλος, βασιλική οδός/βασιλικός δρόμος βλ. βασιλικός, δρόμος αντοχής βλ. αντοχή, θεάματα (του) δρόμου βλ. θέαμα, θέατρο (του) δρόμου βλ. θέατρο, ίσιος δρόμος βλ. ίσιος, Μαραθώνιος Δρόμος βλ. μαραθώνιος, ο δρόμος του μαρτυρίου βλ. μαρτύριο, ο δρόμος/η οδός του μεταξιού βλ. μετάξι, οδός/δρόμος ταχείας κυκλοφορίας βλ. οδός, περιφερειακή (οδός/λεωφόρος)/περιφερειακός (δρόμος) βλ. περιφερειακός ● ΦΡ.: (γυναίκα) του δρόμου (μειωτ.): πόρνη και γενικότ. γυναίκα με ανήθικη συμπεριφορά: Γνώρισε/έμπλεξε με μια ~ ~. Της συμπεριφέρεται σαν να είναι καμιά ~ ~ (πβ. του πεζοδρομίου)., (ο) δρόμος (της) επιστροφής (κυριολ. κ. μτφ.): ερχομός, γυρισμός, επάνοδος: Ο ~ ~ είναι δύσκολος/εύκολος/κλειστός. Αναζητούν έναν ~ο επιστροφής στο ειδυλλιακό παρελθόν., (παίρνω τον) κακό/στραβό δρόμο (μτφ.): για παρέκκλιση από τις καθιερωμένες αξίες και κατ' επέκτ. για κακή εξέλιξη: Πήρε τον ~ ~ κι έμπλεξε (πβ. παραστρατώ). Τον παρέσυρε στον ~ (τον) ~. Τον απομάκρυνε/έβγαλε από τον ~ ~.|| Τι συνέβη και πήραν τα πράγματα ~ ~; Βλ. ίσιος δρόμος., ανοίγει νέους/καινούργιους δρόμους: δημιουργεί νέες προοπτικές ή κατευθύνσεις, καινοτομεί: ~ ~ στις επιχειρηματικές δραστηριότητες/στην έρευνα/στη σκέψη/στην τεχνολογία. ~ονται ~οι ~οι για ... Με το έργο του άνοιξε ~ ~. Πβ. ανοίγει (νέους) ορίζοντες., αφήνω/παρατώ κάποιον στο(ν) δρόμο & (εμφατ.) στους πέντε δρόμους (μτφ.): αφήνω κάποιον χωρίς στέγη, εργασία, προστασία., βγαίνω από το(ν) δρόμο (μου) 1. (για όχημα) εκτρέπομαι, (για πρόσ.) δεν ακολουθώ την προγραμματισμένη πορεία: Το αυτοκίνητο βγήκε ~ (του) και ανατράπηκε. Βγήκαν ~ τους, για να μας βοηθήσουν. 2. (μτφ.) παρεκτρέπομαι, ξεστρατίζω: Παρόλο που δεν είχα λεφτά, δεν βγήκα ~ ~., βγαίνω/κατεβαίνω/βρίσκομαι/είμαι στους δρόμους & στον δρόμο: συμμετέχω σε διαδηλώσεις, κινητοποιήσεις ή πανηγυρισμούς: Βγήκαν ~ για τα δικαιώματά τους.|| Τα προβλήματα βγάζουν τον κόσμο στους δρόμους., βρέθηκε στο(ν) δρόμο 1. δεν έχει πού να μείνει, τα μέσα για να ζήσει: ~ ~ με τα ανήλικα παιδιά της. Βρέθηκαν ~ και δεν μπορούν να βρουν δουλειά. ΣΥΝ. είναι στο(ν) δρόμο (2), μένω στον δρόμο (2) 2. συνάντησε κάποιον ή κάτι: Δυστυχώς, δεν ~ ~ τους κανένας, για να τους βοηθήσει. Πολλά εμπόδια βρέθηκαν ~ του., βρίσκω κάτι στο(ν) δρόμο (μτφ.): εξασφαλίζω κάτι εύκολα ή τυχαία: Την αληθινή φιλία δεν τη ~εις ~., βρίσκω το(ν) δρόμο (μου) (μτφ.) 1. επιλέγω τον τρόπο ζωής, το επάγγελμα που με ικανοποιεί, αποφασίζω ποια πορεία θα ακολουθήσω στη ζωή: Κατάφερε να βρει ~ της, παρά τις αντιξοότητες. 2. (συνήθ. στο γ' πρόσ. χωρ. την κτητική αντωνυμία) ανακαλύπτω τον τρόπο επίτευξης ενός στόχου: Βρήκε τον δρόμο προς τη νίκη., δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω (συνήθ. σε παραμύθια, στο γ' πρόσ.): κάνω μεγάλη απόσταση με τα πόδια, οδοιπορώ: ~ ~ει (και) φτάνει στο ποτάμι., δρόμο! (προφ.): φύγε, εξαφανίσου, μακριά από 'δω: άντε, ουστ, ~! Πάρε τα πράγματά σου και ~!, δρόμος μετ' εμποδίων 1. ΑΘΛ. αγώνισμα τρεξίματος με εμπόδια: ~ ~ 110 μέτρων. 2. (μτφ.) προσπάθεια που γίνεται με δυσκολίες και προβλήματα: ~ ~ η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε ορισμένες χώρες., δρόμος χωρίς επιστροφή/γυρισμό (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που δεν δίνει τη δυνατότητα επανόδου στην προηγούμενη κατάσταση: Τα ναρκωτικά είναι ~ ~. Πβ. ταξίδι χωρίς επιστροφή/γυρισμό.|| Η νίκη στις εκλογές είναι ~ ~ (= μονόδρομος) για την παράταξη., έδωσα δρόμο σε κάποιον/κάτι (προφ.-μειωτ.): διώχνω κάποιον ή πετώ κάτι: Δεν άντεξα πια και του ~ ~ (= τον έδιωξα, του έδωσα πόδι). Το κινητό βγήκε ελαττωματικό και του ~ ~. Μην το σκέφτεσαι, δώσ' του ~!, είναι στο(ν) δρόμο 1. κατευθύνεται κάπου: Είναι ~ κι έρχονται. ΣΥΝ. καθ' οδόν. 2. είναι πάμφτωχος, δεν έχει πού να μείνει: Πεινούν και είναι ~ (= βρέθηκαν, έμειναν στον δρόμο)., ένα τσιγάρο/δυο τσιγάρα δρόμος (λαϊκό): πολύ μικρή απόσταση: Η παραλία είναι ~ ~ από την πόλη., έχω (ακόμα) δρόμο μπροστά μου (μτφ.): πρέπει να προσπαθήσω κι άλλο για να τα καταφέρω: Η κατάσταση άρχισε να βελτιώνεται, αλλά έχουμε ~ ~ μας., κλείνω/φράζω/κόβω το(ν) δρόμο (κυριολ. κ. μτφ.): εμποδίζω κάποιον ή κάτι να προχωρήσει: Σηκώθηκε απότομα και μου έκλεισε/έκοψε ~.|| Του έκοψε ~ προς την επιτυχία. Έφραξε ~ στη συνεργασία., κόβω δρόμο: διανύω μια απόσταση, ακολουθώντας την πιο σύντομη διαδρομή: Έκοψε ~ μέσα απ' το δάσος., με φέρνει/με βγάζει ο δρόμος (προφ.): περνώ από κάπου, έχοντας ορισμένο προορισμό: Όποτε με φέρει ~ (μου), θα περάσω να σας δω., μεγάλωσε στο(ν) δρόμο/στους δρόμους: για παιδιά και νέους που δεν γνώρισαν τη φροντίδα της οικογένειας ή συγγενικού προσώπου: Ζούσαν μόνα τους, έχοντας μεγαλώσει ~., μένω στον δρόμο 1. δεν μπορώ να συνεχίσω τη διαδρομή ή το ταξίδι μου, συνήθ. λόγω βλάβης του οχήματος ή έλλειψης καυσίμων: Έμεινε ~ και έφτασε τελικά στον προορισμό του με μεγάλη καθυστέρηση.|| (σπανιότ.) Το αυτοκίνητο με άφησε ~ (= χάλασε). 2. & μένω στους πέντε δρόμους: είμαι φτωχός και άστεγος: Έχασε τη δουλειά του και έμεινε ~ (= βρέθηκε, είναι στον δρόμο)., ο δρόμος είναι ανοιχτός και τα σκυλιά δεμένα (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος μπορεί να φύγει, όποτε θελήσει., ο δρόμος του Θεού/του Χριστού: ενάρετος βίος, τρόπος ζωής σύμφωνα με τις εντολές του Κυρίου., ο τρίτος δρόμος: πρόταση, λύση, δυνατότητα που θεωρείται εναλλακτική ανάμεσα σε δύο ακραίες· ειδικότ. μετριοπαθές πολιτικό πρόγραμμα που βασίζεται στη γενική συναίνεση: ~ ~ για την απασχόληση/υγεία. [< αγγλ. third way, 1949] , παίρνω δρόμο 1. φεύγω χωρίς καθυστέρηση, εξαφανίζομαι: Πήραν ~ κι όπου φύγει φύγει (πβ. το βάζω στα πόδια). Πάρε ~! 2. χάνω τη δουλειά μου, απολύομαι· γενικότ. με διώχνουν: Θα πάρεις ~ απ' αυτή τη γειτονιά!, παίρνω το(ν) δρόμο & τραβώ το(ν) δρόμο 1. (συνήθ. + για/προς) πηγαίνω, κατευθύνομαι σε ένα μέρος: ~ει ~ για το σπίτι του. ~ουν ~ προς το βουνό. Πήρε ~ του γυρισμού. 2. (+ γεν.) (μτφ.) οδηγούμαι σε κάτι: Η εταιρεία ~ει ~ του χρηματιστηρίου. Τα έργα πήραν ~ της υλοποίησης. Η υπόθεση πήρε ~ της δικαιοσύνης., παίρνω τον καλό δρόμο: ζω ενάρετα και κατ' επέκτ. κάνω τη σωστή επιλογή. [< γαλλ. prendre le bon chemin] , παίρνω τους δρόμους: βγαίνω έξω, γυρνώ άσκοπα, περιπλανιέμαι: ~ ~ και σε ψάχνω. Πήραν ~ χωρίς να ξέρουν για πού., πάνω στο(ν) δρόμο (μτφ.): κατά μήκος της διαδρομής, δεξιά ή αριστερά: ~ ~ για το αεροδρόμιο θα συναντήσετε το μοναστήρι., πετώ κάποιον στο(ν) δρόμο: τον διώχνω από το σπίτι ή τη δουλειά του: Πέταξαν ~ τόσες οικογένειες. Τους προσέλαβε για δυο μήνες κι ύστερα τους πέταξε ~., πετώ κάτι στον δρόμο (μτφ.-προφ.): κατασπαταλώ: Πέταξε ~ τόσα λεφτά., σε καλό δρόμο/σε καλή πορεία (μτφ.): για ομαλή, ευνοϊκή εξέλιξη με προοπτικές επιτυχίας: ~ ~ οι έρευνες της Αστυνομίας. Η ελληνική οικονομία βρίσκεται/είναι ~ ~. [< γαλλ. sur le bon chemin] , στα μισά του δρόμου 1. στη μέση της απόστασης. 2. (μτφ.) για ημιτελή προσπάθεια: Η ανάκαμψη βρίσκεται ακόμη ~ ~., στη μέση του δρόμου: στο μέσο της οδού και κατ' επέκτ. σε εξωτερικό χώρο, συνήθ. μπροστά σε πολύ κόσμο: Πετάχτηκε/στάθηκε/χόρευε ~ ~., τα πράγματα πήραν το(ν) δρόμο τους & αφήνω τα πράγματα να πάρουν τον δρόμο τους: οι υποθέσεις, οι καταστάσεις δρομολογήθηκαν, άρχισαν να υλοποιούνται: Με πήραν στη δουλειά και από κει και πέρα ~ ~. Αφήστε τα πράγματα να πάρουν ~, δεν χρειάζεται να πιέζετε καταστάσεις. || Όλα πήραν το δρόμο τους. [< αγγλ. let things take their course] , τραβώ το(ν) δρόμο μου & τον δικό μου δρόμο (μτφ.): ακολουθώ τη δική μου ανεξάρτητη πορεία: Δεν τα βρήκαν και η κάθε πλευρά τράβηξε ~ της. Τράβα ~ σου και άσε τον κόσμο να λέει., χάνω το(ν) δρόμο (μου) (κυριολ. κ. μτφ.): ξεστρατίζω: Έχασα ~ και βρέθηκα αλλού., χαράζω δρόμο 1. (μτφ.) καθορίζω πορεία ζωής, καταστρώνω σχέδιο, προγραμματίζω κάτι: Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο ...! 2. προσδιορίζω τη θέση οδού: ~ουν ~ους κάθετους προς την παραλία., (εδώ) χωρίζουν οι δρόμοι μας βλ. χωρίζω, αλλάζω δρόμο βλ. αλλάζω, ανοίγω (τον) δρόμο βλ. ανοίγω, δρόμος στρωμένος με αγκάθια βλ. στρώνω, ο δρόμος για/προς την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις βλ. κόλαση, ο δρόμος της καμήλας βλ. καμήλα, όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη βλ. Ρώμη1, στρώνω το(ν) δρόμο βλ. στρώνω [< αρχ. δρόμος, γαλλ. chemin, rue, αγγλ. way 5: αγγλ. route]

εποχή

εποχή[ἐποχή] ε-πο-χή ουσ. (θηλ.) 1. καθένα από τα τέσσερα μέρη στα οποία υποδιαιρείται το ηλιακό έτος και γενικότ. κάθε χρονική φάση που χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένες καιρικές συνθήκες: Oι τέσσερις ~ές του έτους (: άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας). Διαδοχή/εναλλαγή/κύκλος/περιοδικότητα/σειρά των ~ών. Οι μήνες κάθε ~ής. Υψηλές για την ~ θερμοκρασίες. Τόπος διακοπών για όλες τις ~ές.|| Η ~ των βροχών/των μουσώνων/της ξηρασίας/ωρίμασης (των φρούτων, των λαχανικών). 2. κάθε ιστορική περίοδος που χαρακτηρίζεται από σημαντικά συνήθ. γεγονότα ή και πρόσωπα: προϊστορική/μινωική/κλασική/ελληνιστική (/αλεξανδρινή)/ρωμαϊκή/βυζαντινή/νεότερη ~. Ακμή/αρχή/μνημεία/παρακμή/πνεύμα/πολιτισμός/τέχνη/χαρακτηριστικά (μιας) ~ής. H ~ της Aναγέννησης/της δουλείας/του εμφυλίου/της (βιομηχανικής/γαλλικής/ελληνικής) επανάστασης/της κατοχής/του μεσοπολέμου/του μπαρόκ/της τουρκοκρατίας/του Ψυχρού Πολέμου. Σηματοδοτεί μια (νέα) ~. Πυρηνική/σύγχρονη/ψηφιακή ~. Zούμε στην ~ της παγκοσμιοποίησης/της πληροφορικής/της τεχνολογίας. Έργο που αντικατοπτρίζει την ~ του. Η παλιά καλή ~. (βλ. καιρός). 3. περίοδος του έτους κατά την οποία συμβαίνει, αναπτύσσεται συγκεκριμένη δραστηριότητα: Η ~ των διακοπών/του θερισμού/του κυνηγιού/της σποράς/του τρύγου. ~ για θερινά/χειμερινά σπορ. Πβ. σεζόν. 4. συγκεκριμένο χρονικό διάστημα στη ζωή (κάποιου): κρίσιμη/μεταβατική/σημερινή ~. Η ~ της αθωότητας/της ενηλικίωσης/των μαθητικών(/παιδικών/σχολικών/φοιτητικών) χρόνων. Αλλοτινές/αξέχαστες/παλιές καλές/περασμένες ~ές. Άλλες/ωραίες ~ές τότε! Στην ~ μας (= στις μέρες μας, σήμερα). Κακή/καλή ~ για ... Εκείνη την/(Για) Μια/Πέρυσι (σαν) τέτοια ~ ήμουν στο ... (πβ. καιρός). Την ~ που ζούσε ο ..., δεν είχα γεννηθεί ακόμη. 5. ΓΕΩΛ. υποδιαίρεση του γεωλογικού χρόνου: η ~ των δεινοσαύρων/του Πλειστοκαίνου. Βλ. αιώνας. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινή (/χριστιανική/παρούσα) εποχή: η μετά Χριστόν: το σύστημα της ~ής ~ής. || (συντομ.) Τον 5ο αι. Π.Κ.Ε. (: προ κοινής εποχής· για γεγονότα που συνέβησαν πριν από τη γέννηση του Χριστού· π.Χ.). Το 328 Κ.Ε. (της κοινής εποχής· για γεγονότα που συνέβησαν μετά τη γέννηση του Χριστού· μ.Χ.), νέα εποχή: πολιτιστικό κίνημα χρονολογούμενο από τη δεκαετία του 1980 που υπογραμμίζει την πνευματική συνείδηση, και συχνά περιλαμβάνει την πίστη στη μετενσάρκωση και την αστρολογία καθώς και τις πρακτικές του διαλογισμού, της χορτοφαγίας και της ολιστικής ιατρικής. Βλ. νιου έιτζ., χρυσή εποχή: χρονικό διάστημα που χαρακτηρίζεται από ευημερία, (πολιτιστική) άνθιση και ακμή, επιτυχίες, διακρίσεις, ευτυχία: η ~ ~ των ανακαλύψεων/των τηλεπικοινωνιών. (ΙΣΤ.) ~ ~ του Περικλή (πβ. χρυσός αιώνας)., αρχαϊκή εποχή/περίοδος βλ. αρχαϊκός, γεωμετρική εποχή/περίοδος βλ. γεωμετρικός, Εποχή του Λίθου/Λίθινη Εποχή βλ. λίθος, Εποχή του Μετάλλου βλ. μέταλλο, Εποχή του Ορείχαλκου/Ορειχάλκινη Εποχή βλ. ορείχαλκος, Εποχή του Σιδήρου βλ. σίδηρος, Εποχή του Χαλκού βλ. χαλκός, ηρωική εποχή/ηρωικά χρόνια βλ. ηρωικός, μεσοελλαδική εποχή/περίοδος βλ. μεσοελλαδικός, μεσοκυκλαδική εποχή/περίοδος βλ. μεσοκυκλαδικός, μεσολιθική περίοδος/εποχή βλ. μεσολιθικός, μετανακτορική περίοδος/εποχή βλ. μετανακτορικός, νεολιθική εποχή/περίοδος βλ. νεολιθικός, παλαιολιθική εποχή/περίοδος βλ. παλαιολιθικός, περίοδος/εποχές των παγετώνων βλ. παγετώνας, πρωτοβυζαντινή/παλαιοχριστιανική εποχή/περίοδος βλ. πρωτοβυζαντινός, πρωτοελλαδική εποχή/περίοδος βλ. πρωτοελλαδικός, πρωτοκυκλαδική εποχή/περίοδος βλ. πρωτοκυκλαδικός, υστεροβυζαντινή περίοδος/εποχή βλ. υστεροβυζαντινός, υστεροελλαδική εποχή/περιόδος βλ. υστεροελλαδικός, υστεροκυκλαδική εποχή/περίοδος βλ. υστεροκυκλαδικός, χαλκολιθική εποχή/περίοδος βλ. χαλκολιθικός ● ΦΡ.: (της) εποχής: που αναφέρεται στην τρέχουσα ή σε παλαιότερη χρονική περίοδο ή (για γεωργικό προϊόν) που παράγεται, που ευδοκιμεί κατά τη συγκεκριμένη εποχή: αντιλήψεις/απόψεις/ρούχα (= της μόδας, μοντέρνα) ~.|| Δράμα/έπιπλα/έργο/κουστούμια/ταινία/περιπέτεια ~.|| Λαχανικά/πιάτο/σαλάτα ~. ΑΝΤ. εκτός εποχής, άφησε/θα αφήσει εποχή & όνομα: για πρόσωπο ή πράγμα που μένει στη μνήμη χάρη στη σπουδαιότητα ή την επιτυχία του: Αθλητής/έργο/καλλιτέχνης/πολιτικός/ταινία που ~ ~. ΣΥΝ. γράφει/έγραψε/θα γράψει ιστορία [< γαλλ. faire époque] , εκτός εποχής: για κάτι που δεν ταιριάζει ή δεν αντιστοιχεί σε μια ορισμένη περίοδο: λουλούδια/φρούτα ~ ~. ~ ~ καλλιέργεια/κηπευτικά.|| (μειωτ.) Πνεύμα ~ ~ (= απαρχαιωμένο).|| Ντύσιμο ~ ~ (= παλιομοδίτικο, ντεμοντέ). ΑΝΤ. (της) εποχής [< αγγλ. out of season] , λάθος εποχή: για κάτι που συμβαίνει σε ακατάλληλη χρονική περίοδο: Νιώθω πως ζω σε ~ ~. Η πρόταση μού έγινε σε ~ ~., όλων των εποχών (εμφατ.): για πρόσωπο ή πράγμα που παραμένει διαχρονικά αξεπέραστο: οι μεγαλύτεροι ευεργέτες ~ ~. Είναι η καλύτερη ομάδα/ταινία ~ ~. Πβ. μακράν., στην εποχή μου/της εποχής μου: κατά την χρονική περίοδο μέχρι τα γηρατειά, ιδίως την εποχή της νεότητας (κάποιου): Αυτό το τραγούδι ήταν επιτυχία της εποχής μου. Στην εποχή μου ήταν πολύ αυστηροί οι γονείς., ζει σε άλλη εποχή βλ. ζω1, περίοδος/εποχή (των) ισχνών/παχιών αγελάδων βλ. αγελάδα, σε παλαιότερες εποχές βλ. παλαιός, τέλος εποχής βλ. τέλος [< μτγν. ἐποχή ‘στάση, σταμάτημα, διακοπή’, γαλλ. époque, saison]

θατσερισμός

θατσερισμόςθα-τσε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) ΠΟΛΙΤ. 1. η πολιτική της Μάργκαρετ Θάτσερ, πρωθυπουργού της Μ. Βρετανίας την περίοδο 1979-1990. 2. πολιτική που βασίζεται στις αρχές της ελεύθερης αγοράς και τάσσεται υπέρ μιας ισχυρής κεντρικής κυβέρνησης, της μείωσης των δημοσίων δαπανών και της περιστολής του κοινωνικού κράτους: ακραίος ~. Βλ. νεοσυντηρητισμός, -ισμός. [< αγγλ. Τhatcherism, 1979]

κ

κ1. (πρόφ. κάπα) το δέκατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τους συμφωνικούς φθόγγους [k] (κόρη) και [c] (κερί): ~ κεφαλαίο (Κ). ~ μικρό (κ). Πβ. κάπα. Βλ. δίψηφος, σύμφωνο. 2. εικοστός σε μια σειρά χρονική, ιεραρχική ή αξιολογική: (συνήθ. με τόνο κ΄/Κ΄) Στα τέλη του ΙΘ’ (= 19ου) και τις αρχές του ~ αιώνα. Κεφάλαιο ~. Πάπας Ιωάννης ο ΚΓ΄(= εικοστός τρίτος). 3. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Κ ή ,Κ:) είκοσι χιλιάδες. [< αρχ. Κ, μεσν. κ]

καιρός

καιρόςκαι-ρός ουσ. (αρσ.) 1. η κατάσταση της ατμόσφαιρας πάνω από μια περιοχή για ορισμένο (μικρό) χρονικό διάστημα, η οποία χαρακτηρίζεται από τις τιμές των διαφόρων μετεωρολογικών στοιχείων (δηλ. ηλιοφάνεια, νεφώσεις, βροχή, χαλάζι, χιόνι, θερμοκρασία, άνεμος, υγρασία, ορατότητα): άστατος/άσχημος (βλ. βρομόκαιρος)/βροχερός/γλυκός/ζεστός/μουντός/υγρός ~. Ο ~ στην Ελλάδα και τον κόσμο. Αλλαγή/βελτίωση/επιδείνωση/μεταβολή του ~ού. Πρόβλεψη/πρόγνωση (του) ~ού. Αγρίεψε (= χειροτέρεψε)/έφτιαξε/ζέστανε/χάλασε/ψύχρανε ο ~. Αναμένεται καλός ~ για το τριήμερο. Γενικά αίθριος ~ και μόνο κατά τόπους νεφελώδης. Tι ~ό έχετε/θα κάνει αύριο; Δεν πάω πουθενά με τέτοιον ~ό! Μας τα χάλασε ο ~ (: ματαιώθηκαν τα σχέδιά μας λόγω κακοκαιρίας). Βλ. κλίμα.|| ~ για μπάνιο/σκι (: κατάλληλες καιρικές συνθήκες). Ταξιδεύουν με όλους τους ~ούς.|| Λέει τον ~ό (= το δελτίο ~ού) στην τηλεόραση. 2. χρόνος· ειδικότ. μεγάλο χρονικό διάστημα ή ελεύθερος χρόνος: Κύλησε γρήγορα/πώς περνάει ο ~! Πάει πολύς ~ από τότε! Πού χάθηκες τόσον ~ό; Πόσο ~ό γνωρίζεστε;|| Μετά/ύστερα από ~ό. ~ό είχαμε να τα πούμε! Θα κάνει ~ό να το ξεχάσει! Οι προσπάθειες για ~ό έμειναν άκαρπες. Ήθελα από/εδώ και ~ό να το κάνω. (για ζευγάρι:) Είναι ~ό μαζί.|| Δεν του μένει ~ ούτε να φάει (βλ. ευκαιρώ). Πού ~ για ξεκούραση! Δεν έχω ~ό για χάσιμο! Μόλις τώρα βρήκα ~ό να γράψω. Χάνεις τον ~ό σου μαζί του (= ματαιοπονείς)! Μη χάνεις ~ό (= βιάσου)! Περνάει τον ~ό (= τις ώρες) του άσκοπα/ζωγραφίζοντας/με αγαθοεργίες. 3. εποχή, περίοδος: απ' τον ~ό της Επανάστασης/της Κατοχής/των παππούδων μας. Tον παλιό καλό ~ό. Σε ~ό/(λόγ.) εν ~ώ ειρήνης/πολέμου. Τον ~ό που ήταν παιδί/στρατιώτης. Υπήρξε μια απ' τις πιο χειραφετημένες γυναίκες του ~ού της. Στον ~ό μου (= όταν ήμουν νέος), τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Τον ~ό της ακμής του, ο οικισμός είχε χίλιους κατοίκους. 4. κατάλληλη στιγμή, ευκαιρία: ~ για αλλαγές/δράση! Μήπως είναι ~ να το ξανασκεφτούμε; Έφτασε/ήρθε ο ~ για κάτι διαφορετικό. ΣΥΝ. ώρα. 5. ΝΑΥΤ. (λαϊκό) ισχυρός άνεμος και φουρτούνα: Τι ~ φυσάει; Το μνημείο το δέρνουν οι ~οί και η εγκατάλειψη. ● Ουσ.: καιροί (οι): εποχή, ιδ. κοινωνικές συνθήκες, περιστάσεις: κρίσιμοι/μοντέρνοι/σκληροί/σύγχρονοι ~. Ωραίοι ~! Οι ~ άλλαξαν, δεν είναι όπως τα 'ξερες. Βρε πώς αλλάζουν οι ~! Οι ~ απαιτούν/επιβάλλουν νέες προσεγγίσεις. Οι αυξημένες απαιτήσεις των καιρών. Οι ~ μας δεν επιτρέπουν καθυστερήσεις. Έρχονται καλύτεροι ~! Διανύουμε/ζούμε σε/περνάμε δύσκολους/χαλεπούς καιρούς. ● Υποκ.: καιρούλης ● ΣΥΜΠΛ.: παντός καιρού (επίσ.): κατάλληλος για κάθε είδους καιρικές ή άλλες συνθήκες: ελαστικά/ελικόπτερο ~ ~. Βλ. παντός εδάφους.|| (μτφ.-συχνά ειρων.) Άνθρωπος ~ ~ (= ευέλικτος, ευπροσάρμοστος)., δελτίο καιρού/μετεωρολογικό δελτίο βλ. δελτίο, μηνύματα των καιρών βλ. μήνυμα, σημεία των καιρών βλ. σημείο ● ΦΡ.: ανοίγει ο καιρός (προφ.): υποχωρεί η κακοκαιρία, διαλύονται τα σύννεφα: ~ ~ και πάλι, με ήλιο και άνοδο της θερμοκρασίας. Βλ. ανοίγει ο ουρανός., από καιρό σε καιρό & (λόγ.) από καιρού εις καιρόν: πότε πότε: Η κατάσταση επαναλαμβάνεται ~ ~.|| Οι οδηγίες τροποποιούνται από καιρού εις καιρόν (= ενίοτε) ανάλογα με τα νέα δεδομένα. Πβ. κατά καιρούς., για δες καιρό που διάλεξε ... (συνήθ. χιουμορ.): για κάτι που συμβαίνει σε ακατάλληλη στιγμή: ~ ~ η εξεταστική ν' αρχίσει!|| ~ ~ που διάλεξα ν' αρρωστήσω!, εν καιρώ (επίσ.): αργότερα, σε εύθετο χρόνο: Το πρόγραμμα θα ανακοινωθεί ~ ~., έναν καιρό (προφ.): κάποτε, στο παρελθόν: Θυμάσαι ~ ~ που διαβάζαμε μαζί; Πβ. άλλοτε, παλιά., έχει ο καιρός γυρίσματα (προφ.): για τις ξαφνικές αλλαγές, το ευμετάβλητο της ζωής ή της τύχης: Τώρα γελάς, όμως ~ ~ (= θα αλλάξουν κάποια στιγμή τα πράγματα)!, κάθε πράγμα στον καιρό του (κι ο κολιός τον Αύγουστο) (παροιμ.): για όλα υπάρχει η κατάλληλη στιγμή: Μη βιάζεσαι κι όλα θα γίνουν· ~ ~! ΣΥΝ. κάθε πράγμα/πράμα στην ώρα του, καιρός ήταν! (ειρων.): για κάτι που άργησε να γίνει: -Γύρισα! -~ ~!|| ~ ~ ν' ασχοληθεί λίγο και με την υπόθεσή μας!, καιρός παντί πράγματι (ΠΔ) (αρχαιοπρ.): κάθε πράγμα στον καιρό του., κατά καιρούς: σε διάφορες χρονικές περιστάσεις: τα ~ ~ δημοσιεύματα. Λόγια που έχουν ~ ~ ειπωθεί. Συνεργάστηκε ~ ~ με διάφορα περιοδικά. Πβ. από καιρό σε καιρό., με τον καιρό: με το πέρασμα του χρόνου: ~ ~ θα συνηθίσει. Πβ. στην πορεία/στον δρόμο., μια φορά κι έναν καιρό ...: στερεότυπη φράση με την οποία ξεκινά η αφήγηση παραμυθιού: ~ ~, ζούσε ένα βασιλόπουλο ...|| (ειρων.) ~ ~ (= άλλοτε, κάποτε), ήταν εύκολο να βρεις δουλειά, τώρα ..., ο καιρός είναι γιατρός (παροιμ.): με το πέρασμα του χρόνου αμβλύνονται επώδυνες αναμνήσεις και συναισθήματα., προ καιρού (λόγ.): πριν από κάμποσο καιρό: Το θέμα είχε απασχολήσει ~ ~ την κοινή γνώμη., του καλού καιρού (προφ.): πάρα πολύ: Βρέχει ~ ~! Κοιμάται/τρώει ~ ~!, του παλιού καιρού: που ανήκει σε περασμένη εποχή· (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) ξεπερασμένος, παρωχημένος: έθιμα/ιστορίες ~ ~.|| Αντιλήψεις/έπιπλα ~ ~., τω καιρώ εκείνω (ΚΔ) (αρχαιοπρ.-ειρων.): για κάτι που συνέβη ή συνηθιζόταν παλαιότερα: ~ ~, είχε άλλες προτεραιότητες., χειμώνα/καλοκαίρι καιρό (προφ., συχνά ως έκφρ. δυσαρέσκειας): μες στο κρύο ή τη ζέστη: Πού πας χειμώνα ~;|| Καλοκαίρι ~ χωρίς κλιματιστικό!, ω καιροί! ω ήθη!/άλλοι καιροί, άλλα ήθη/νέοι καιροί, νέα ήθη: απαξιωτική αντιμετώπιση μιας νέας τάσης, ενός σύγχρονου κοινωνικού φαινομένου. [< λατ. o tempora! o mores!] , από τον καιρό της Tουρκοκρατίας βλ. τουρκοκρατία, από τον καιρό του Νώε βλ. Νώε, δύσκολοι καιροί για ... βλ. δύσκολος, Θεού θέλοντος (και καιρού επιτρέποντος) βλ. θέλω, καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια βλ. παραπούλι, κοίτα με να σε κοιτώ να περνούμε τον καιρό βλ. κοιτάζω, κρύο, καιρός για δύο βλ. κρύο, οι καιροί είναι πονηροί/οι μέρες είναι πονηρές βλ. πονηρός, οι καιροί ου μενετοί βλ. μενετός, σκοτώνω την ώρα/τον καιρό μου βλ. σκοτώνω, τον κακό σου τον καιρό/τον φλάρο! βλ. φλάρος, χάνω τον καιρό μου/το(ν) χρόνο μου/την ώρα μου βλ. χάνω, χρόνια/καιρούς και ζαμάνια βλ. ζαμάνια [< 1: μεσν. καιρός 2-4: αρχ. ~, μτγν. ~]

κατάστημα

κατάστημακα-τά-στη-μα ουσ. (ουδ.) {καταστήμ-ατος | -ατα} (επίσ.) 1. μαγαζί: γωνιακό/εμπορικό/ηλεκτρονικό/κεντρικό/μεγάλο (βλ. πολυ~) ~. ~ αθλητικών/αφορολογήτων (βλ. ντιούτι φρι)/ηλεκτρικών/ηλεκτρονικών ειδών/υγειονομικού ενδιαφέροντος. Ιδιοκτήτης (= καταστηματάρχης)/βιτρίνα/ράφια/υπάλληλος ~ατος. Αλυσίδα/ωράριο ~άτων. Διατηρεί ~ παιχνιδιών/ρούχων/τροφίμων/υποδημάτων. Αύριο τα ~ατα θα είναι κλειστά. Βλ. πρατήριο. 2. κτίριο στέγασης δημόσιας υπηρεσίας, κοινωφελούς ιδρύματος, εταιρείας, οργανισμού· κατ' επέκτ. η ίδια η υπηρεσία: αστυνομικό/σωφρονιστικό (= φυλακή)/φιλανθρωπικό ~. Συνοικιακά ~ατα. Το κεντρικό ~ της Εθνικής Τράπεζας/των Ελληνικών Ταχυδρομείων. Βλ. υπο~.|| Δημαρχιακό (= δημαρχείο) ~. ● Υποκ.: καταστηματάκι (το): στη σημ. 1. ● Μεγεθ.: καταστηματάρα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων (ακρ. ΕΚΚΝ): αναμορφωτήριο., θεραπευτικό κατάστημα: ΝΟΜ. ίδρυμα στο οποίο παραπέμπονται εγκληματίες που έχουν καταδικαστεί για αξιόποινες πράξεις, αλλά θεωρούνται ότι έχουν το ακαταλόγιστο λόγω π.χ. ψυχοδιανοητικών προβλημάτων ή χρήσης ουσιών: απεξάρτηση τοξικομανών σε ειδικό ~ ~., Σωφρονιστικό Κατάστημα Ανηλίκων & Ίδρυμα Αγωγής Ανηλίκων: αναμορφωτήριο. [< πβ. μτγν. κατάστημα ‘κατάσταση, συμπεριφορά, καιρός’ 1: γαλλ. établissement de commerce 2: γαλλ. établissement]

κοπή

κοπήκο-πή ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. κόψιμο: η ~ της βασιλόπιτας/της πίτας (: και η αντίστοιχη εκδήλωση).|| ~ δέντρων/ξύλων (= υλοτομία). ~ μαρμάρου/τζαμιών/υφάσματος. Δίσκοι/εργαλεία/μηχανήματα/πλάκα ~ής (βλ. κοπτικός). Ευθείες/κατακόρυφες/λοξές/οριζόντες/παράλληλες ~ές (υλικών). ~ές και συγκολλήσεις μετάλλων.|| ~ κλειδιών.|| ~ μαλλιών (= κούρεμα). || (μειωτ.) άνθρωποι, κόμματα ίδιας ~ής. Βλ. ανα~, απο~, δια~, εγ~, περι~, συγ~, υδρο~. 2. (για νόμισμα) έκδοση. Πβ. κυκλοφορία. ● ΦΡ.: νέας/τελευταίας κοπής (μτφ.): που κυκλοφόρησε πρόσφατα· μοντέρνος: αυτοκίνητο/ταινία ~ ~. Πβ. ολοκαίνουργιος.|| Δημοσιογράφοι (πβ. νεόκοπος)/επιχείρηση νέας ~. Βλ. του συρμού., παλαιάς/παλιάς κοπής: που κυκλοφόρησε πριν από πολύ καιρό· μτφ. παραδοσιακός ή οπισθοδρομικός: λίρες ~ ~.|| Άνδρας ~ ~.|| Μέθοδοι/πολιτικοί ~ ~. [< αρχ. κοπή]

μάτι

μάτιμά-τι ουσ. (ουδ.) {ματ-ιού | -ιών} 1. ΑΝΑΤ. το αισθητήριο όργανο της όρασης: γαλάζια (= γαλανά· πβ. μπλε)/καστανά/μαύρα/πράσινα ~ια. Αμυγδαλωτά/βουρκωμένα/κατακόκκινα/μεγάλα/ορθάνοιχτα/σχιστά ~ια. Μαυρισμένο ~ (από μπουνιά). Ανοιγοκλείσιμο/κινήσεις του ~ιού. Βάφει τα ~ια της. Κρέμα/μακιγιάζ/μολύβι/σκιές ~ιών. Το περίγραμμα των ~ιών. Με δεμένα (τα) ~ια. Μαύροι κύκλοι/σακούλες κάτω από τα ~ια. Έχασε την όρασή του από το αριστερό/δεξί ~. Μπήκε ένα σκουπιδάκι στο ~. Τσούζουν τα ~ια μου από τον καπνό. Σιγά, θα μου βγάλεις κανένα ~/το ~ με την ομπρέλα! Κοίτα με στα ~ια. Κουράστηκαν τα ~ια μου. Τρέχουν δάκρυα από τα ~ια. Τα ~ια βγήκαν κόκκινα στη φωτογραφία.|| Σύνθετα ~ια μέλισσας/μύγας. Προεξέχοντα ~ια.|| (ΑΝΑΤ.) Αγγεία/βλέφαρα/βολβός/βυθός/ίριδα/κανθός/κόγχη/κόρη/μύες/φακός/(αμφιβληστροειδής/κερατοειδής) χιτώνας του ~ιού. Πίεση στα ~ια. Γυάλινο ~. Βιονικό/τεχνητό ~ για τυφλούς. Μόλυνση/φλεγμονή του ~ιού. Βλ. αστιγματισμός, γλαύκωμα, δαλτονισμός, καταρράκτης, στραβισμός, αμβλυ-, αμετρ-, μυ-, πρεσβυ-, υπερμετρ-ωπία, α-, δυσ-χρωματοψία, βλεφαρ-, επιπεφυκ-, κερατ-ίτιδα, ωχρά/ωχρή κηλίδα. ΣΥΝ. οφθαλμός (1) 2. η ιδιότητα, η ικανότητα της όρασης: αόρατο στο ~. Έχει γερό/δυνατό ~ (: βλέπει πολύ καλά). Έχει χάσει τα ~ια του (: έχει τυφλωθεί). Τι βλέπουν τα ~ια μου! Χαρά των ~ιών (: ευχάριστο να το βλέπει κάποιος). Μέχρι εκεί που φτάνει το ~ (: μέχρι εκεί που μπορεί να δει κάποιος).|| (μτφ.) Τα βλέπει όλα, λες κι έχει ~ια στην πλάτη. 3. το βλέμμα και γενικότ. η έκφραση του προσώπου, όταν κοιτάζει κάποιος κάτι: γλυκά/ζεστά/λαμπερά/τσακίρικα/ψυχρά ~ια. Τα αδιάκριτα ~ια των περαστικών. Η εντυπωσιακή εμφάνιση τραβάει το ~. Έχει τα ~ια του πατέρα της (πβ. ματιά). Η γλώσσα των ~ιών. Συνεννοούμαι με τα ~ια. Γουρλώνω/κατεβάζω/σηκώνω/στρέφω/χαμηλώνω τα ~ια. Έχω τα ~ια μου καρφωμένα στη γη/κάτω. Δεν ξεκολλούσε τα ~ια του από πάνω της. Τον κοίταξε κατευθείαν στα/(ίσια) μέσα στα ~ια (ενν. με ειλικρίνεια). Τον παρακολουθούσα με την άκρη του ~ιού μου. Γύρισα τα ~ια μου αλλού. Πού έχεις τα ~ια σου (: πού κοιτάς); Τα ~ια είναι ο καθρέφτης της ψυχής. Ο τρόμος ήταν ζωγραφισμένος στα ~ια του. 4. (μτφ.) ο τρόπος αντιμετώπισης μιας κατάστασης: με το/μέσα από το ~ του αναγνώστη/ειδικού/επιστήμονα/θεατή. Η ζωή μέσα από τα ~ια ενός παιδιού. Η εικόνα της χώρας στα ~ια των ξένων. Αντιμετωπίζω/βλέπω/εξετάζω τα πράγματα με έμπειρο/θετικό/κριτικό ~. Βλέπει το μέλλον με καλύτερο ~. Βλέπουν τον κόσμο με τα ίδια ~ια. Ήταν η καλύτερη ταινία στα ~ια (: κατά την εκτίμηση) όλων. Πβ. οπτική γωνία, σκοπιά.|| Mε το ~/τα ~ια (: ενδιαφέρον) στραμμένο/α στο μέλλον.|| Το άγρυπνο ~ (: επίβλεψη) της Αστυνομίας/του Νόμου. 5. καθετί που μοιάζει με μάτι: ηλεκτρονικό ~. Το ~ της πόρτας (= ματάκι)/της φωτογραφικής μηχανής. Το ~ του τυφώνα (: το κέντρο). ~ διχτυού (: καθεμία από τις τρύπες, πβ. θηλιά). (παλαιότ.) ~ της θάλασσας (= δίνη). Αβγά ~ια (: τηγανισμένα ώστε ο κρόκος να ξεχωρίζει από το ασπράδι). Περνάω την κλωστή από το ~ (: τρύπα στην κορυφή) της βελόνας.|| (εστία κουζίνας:) Ηλεκτρικό/μεγάλο/μεσαίο/μικρό ~. Ανάβω/σβήνω το ~. Ξέχασα ανοιχτό το ~. 6. (λαϊκό) κακό μάτι· σπανιότ. ματόχαντρο: σκόρδο/(μπλε) χάντρα για το ~. Πιστεύει στο ~.|| Φόρα ένα ~! 7. ΒΟΤ. (κοινό) οφθαλμός. Πβ. κόμπος, ρόζος. Βλ. βλαστός, φύτρα. ΣΥΝ. μπουμπούκι (2) ● Μεγεθ.: ματάρες (οι): (ως οικ. προσφών.) ~ μου όμορφες! ● ΣΥΜΠΛ.: κακό μάτι: βλέμμα που θεωρείται ότι μπορεί να προκαλέσει βλάβη σε κάποιον: Έχει ~ ~! Πρόσεχε το ~ ~! Βλ. βασκανία, μάτιασμα., μάτια γάτας: ανακλαστήρες οδοστρώματος: διαχωρισμός των κατευθύνσεων/οριοθέτηση των λεωφορειόδρομων με ~ ~ (κίτρινου χρώματος). [< αγγλ. cat's-eyes, 1940] , μάτι της τίγρης/του τίγρη βλ. τίγρη, μάτι του κυκλώνα βλ. κυκλώνας, μάτια κουμπότρυπες βλ. κουμπότρυπα, τρίτο μάτι βλ. τρίτος ● ΦΡ.: (βλέπω/κοιτώ κάποιον/κάτι) με μισό/στραβό μάτι & με λοξό μάτι (μτφ.): με αντιπάθεια, κακία, μίσος ή καχύποπτα: Δεν με χωνεύει καθόλου και με κοιτάει ~ ~. Με πήρε απ' την αρχή με στραβό ~., (πρόσεχε/έχε κάποιον/κάτι) σαν τα μάτια σου: για κάτι που το θεωρούμε πολύτιμο: Προσέχει/έχει/φυλάει το καινούργιο αμάξι ~ ~ του., ... και τα μάτια σου! (εμφατ.): πρόσεχε πολύ, έχε το νου σου: Το παιδί ~ ~!, άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας (παροιμ.): για ποιοτική διαφοροποίηση φαινομενικά όμοιων πραγμάτων: Πολλοί αντέγραψαν το αρχικό σχέδιο, όμως ~ ~., βάζω/έχω (κάποιον/κάτι) στο μάτι: εποφθαλμιώ· σταμπάρω, επιβουλεύομαι: ~ ~ το πορτοφόλι/τα χρήματα κάποιου. Έχει βάλει ~ (= στοχεύει) την πρώτη θέση. Έχω βάλει ~ ένα φόρεμα (: θέλω να το αποκτήσω· πβ. μπανίζω).|| Τον έχουν βάλει ~ και δεν τον αφήνουν σε ησυχία., βγάζει μάτι/χτυπάει στο μάτι: προκαλεί πολύ μεγάλη εντύπωση: Οι ανορθόγραφες λέξεις/τα κόκκινα παπούτσια βγάζουν ~/χτυπάνε ~., βγάζω τα μάτια (σε κάτι) (σπάν.-προφ.): του καταστρέφω τον μηχανισμό., βγάζω τα μάτια μου (μτφ.) 1. κουράζονται τα μάτια μου με κάτι: Έβγαλα ~ να καταλάβω τι γράφει. 2. τσακώνομαι πολύ έντονα: Αν τους αφήσεις μόνους, θα βγάλουν ~ τους. 3. (αργκό) κάνω σεξ., βλέπω/παίρνω (κάποιον/κάτι) με καλό/με κακό μάτι: έχω ευνοϊκή/δυσμενή διάθεση απέναντι σε πρόσωπο ή κατάσταση: Αν δεν το δεις με καλό μάτι, δεν θα πετύχεις. Από την αρχή με πήρε με κακό μάτι. Βλ. καλο-, κακο-βλέπω., για τα μάτια του κόσμου (προφ.): για κάτι που γίνεται για τα προσχήματα, ώστε να αποφευχθεί η κοινωνική επίκριση: φιλανθρωπίες ~ ~. Πβ. ξεκάρφωμα. Βλ. για την τιμή των όπλων, κατ' επίφαση. ΣΥΝ. για το θεαθήναι, για τους τύπους, για τα ωραία/τα μαύρα μάτια (κάποιου): για την ομορφιά του και γενικότ. για το χατίρι του: Τσακώθηκαν ~ ~ της μάτια (ή για τα μάτια μιας γυναίκας).|| (συνήθ. ειρων.) Δεν είναι μαζί σου ~ ~ σου μάτια, αλλά για τα λεφτά σου., δεν αφήνω κάποιον/κάτι από τα μάτια μου: δεν παύω να παρακολουθώ, να επιτηρώ: Στιγμή δεν τους άφησε ~ της., δεν έχω μάτια (γι' άλλον): δεν ενδιαφέρομαι, δεν προσέχω κάποιον άλλο: Ορκίζεται ότι με αγαπάει και πως δεν έχει ~ γι΄ άλλη. Είναι τόσο ερωτευμένοι, που δεν έχουν ~ παρά μόνο ο ένας για τον άλλον., δεν έχω μάτια να δω 1. (κάποιον): τον ντρέπομαι: Μετά την παρεξήγηση δεν είχε ~ να τον δει. 2. (κάτι): δεν μπορώ να καταλάβω, συνήθ. γιατί είμαι στενόμυαλος, κοντόφθαλμος: Δεν έχουν ~ να δουν τι συμβαίνει;, δεν κλείνω μάτι (εμφατ.): δεν μπορώ να κοιμηθώ: Δεν έκλεισα ~ όλη (τη) νύχτα από τον βήχα/τη στεναχώρια., δεν τον/το πιάνει το μάτι σου: δεν αντιλαμβάνεσαι από την αρχή την πραγματική του αξία, τον χαρακτήρα, την κατάστασή του: Είναι ένα μικρό μαγαζάκι που δεν το ~ ~., ένα τρίτο μάτι: μια άλλη άποψη που θεωρείται συνήθ. αντικειμενική· (κυρ. γενικότ.) κάποιος άλλος: ~ ~ μπορεί να εντοπίσει στο κείμενο λάθη που ξέφυγαν., έπεσε στα μάτια (κάποιου) (μτφ.) 1. έπαψε να έχει την εκτίμησή του: Με την προκλητική του συμπεριφορά έπεσε ~ μας. Πβ. ξεπέφτω. ΑΝΤ. ανεβαίνει στην εκτίμηση/στα μάτια κάποιου 2. είδα, βρήκα τυχαία: Ψάχνοντας ~ ~ μου το βιβλίο αυτό., έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα/τέσσερα: έχω τεταμένη την προσοχή μου, προσέχω πάρα πολύ: (συνήθ. ως προτροπή) Τα μάτια σου ~, κακομοίρη μου (= πρόσεχε)! Πρέπει συνεχώς να ~ ~, μην τυχόν και μου τη φέρουν., θα σου βγάλω τα μάτια: ως απειλητική έκφραση: ~ ~, αν με κοροϊδέψεις!, καλύτερα/κάλλιο να σου βγει το μάτι παρά το όνομα (παροιμ.): για να τονιστεί το πόσο κακό είναι να αποκτήσει κάποιος κακή φήμη., καλώς τα μάτια μου τα δυο (οικ.-συχνά ειρων.): ως καλωσόρισμα., κάνω τα γλυκά μάτια (σε κάποιον): προσπαθώ να τον προσελκύσω, συνήθ. ερωτικά: Της έκανε ~ και την έριξε (πβ. φλερτάρω). Του κάνει ~, για να τον καλοπιάσει. [< γαλλ. faire les yeux doux] , κάνω τα στραβά μάτια: κάνω πως δεν αντιλαμβάνομαι κάτι αρνητικό, παραβλέπω: Όλο του φωνάζεις, κάνε και λίγο τα ~ ~!, κόβει το μάτι (του) & έχει μάτι (μτφ.): έχει (μεγάλη) αντίληψη, είναι έξυπνος, παρατηρητικός: Βλέπω, ~ ~ σου! Δεν μπορείς να πεις, ~ ~ μου/έχω ~!, μάτια που δεν βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται (παροιμ.): για ανθρώπους, συνήθ. φίλους ή συγγενείς, που ξεχνούν ο ένας τον άλλον όταν δεν συναντιούνται συχνά, που παύουν να έχουν τα ίδια έντονα συναισθήματα όταν βρίσκονται μακριά., μάτια/ματάκια μου: (ως οικ. προσφών.) Τι κάνεις ~ ~;, μαύρα μάτια κάναμε (να σε δούμε) (προφ.): για να δηλωθεί ότι έχουμε πολύ καιρό να δούμε κάποιον ή κάτι: Άντε βρε παιδί μου, ~ ~! ~ ~ να δούμε ποιοτική εκπομπή!, με άλλα/διαφορετικά/καινούργια/νέα μάτια: για διαφορετική προσέγγιση, αντιμετώπιση ενός θέματος: Μετά τον τραυματισμό είδε τον κόσμο με άλλα ~. Ηρέμησε και θα δεις τα πράγματα με διαφορετικό μάτι. Πβ. ματιά., με πιάνει το μάτι: ματιάζομαι εύκολα: Φοράει σταυρό, για να μην τον ~ ~., με το μάτι: χωρίς ακριβή μέτρηση, ζύγιση, κατά προσέγγιση: Υπολογίζω ~ ~ (την ποσότητα). Ρίχνω αλάτι στο φαγητό ~ ~., μπροστά/μπρος/μες στα μάτια μου (επιτατ.): για κάτι που συμβαίνει ή βρίσκεται μπροστά μου: Το ατύχημα διαδραματίστηκε/έγινε μπροστά ~ ~ (πβ. ενώπιον). Το πορτοφόλι ήταν μπρος/μες ~ ~ κι εγώ δεν το έβλεπα.|| (μτφ.) Μας κοροϊδεύει μπροστά ~ ~ μας!|| Μπροστά στα μάτια των περαστικών (= μπροστά στον κόσμο)., να χαρείς τα μάτια σου (οικ.): σε περιπτώσεις που ζητείται ευγενικά από κάποιον να κάνει κάτι: Έλα λίγο εδώ, ~ ~!, παίζει το μάτι του & το μάτι του παίζει (μτφ.): παρατηρεί με ερωτικό κυρ. ενδιαφέρον τους άλλους, ερωτοτροπεί: Αν και ~ ~ του, της είναι πιστός. ~ ~ της από 'δω και από 'κει/δεξιά-αριστερά., παίζει/πετάει το μάτι μου: σε περιπτώσεις που γίνονται αυτόνομες συσπάσεις των μυών του ματιού, συνήθ. από άγχος και νευρικότητα. Πβ. τρεμοπαίζει., παίρνει το μάτι μου (κάποιον/κάτι): βλέπω κάποιον/κάτι τυχαία, φευγαλέα ή από μακριά: Εκεί που καθόμουνα, πήρε ~ μια γνωστή φυσιογνωμία. Κάπου το(ν) πήρε ~., παίρνω/κάνω μάτι: κοιτάζω κρυφά, κυρ. ηδονοβλεπτικά: Τον έπιασα να ~ει ~ την ώρα που ντυνόμουν. Πβ. μπανίζω., πέφτει το μάτι/η ματιά/το βλέμμα μου (κάπου) & το μάτι/βλέμμα πήγε (κάπου) (οικ.): βλέπω κάτι/κάποιον τυχαία: Ξεφυλλίζοντας την εφημερίδα, το μάτι μου έπεσε σε ένα ενδιαφέρον άρθρο. Κοιτούσε το πλήθος και το βλέμμα του έπεσε πάνω της., του μπαίνω στο μάτι: γίνομαι στόχος κάποιου: Τους μπήκα ~, επειδή δεν συμφώνησα μαζί τους. Η περιουσία του μπήκε ~ των απατεώνων., χάνω κάποιον/κάτι από τα μάτια μου: παύω να έχω οπτική επαφή με αυτό(ν): Ένα λεπτό να τον χάσω ~ και την έκανε τη ζημιά. Μπήκε βιαστικά στο βαγόνι και τον έχασα ~.|| Δεν τη ~ει ~ του (: την παρακολουθεί συνεχώς)., ... να δουν τα μάτια σου! βλ. βλέπω, α/ου να (μου) χαθείς & χάσου από μπροστά μου/από τα μάτια μου & άι χάσου! βλ. χάνω, ακολουθώ κάποιον/κάτι με το βλέμμα/με τα μάτια βλ. ακολουθώ, ανεβαίνει στην εκτίμηση/στα μάτια κάποιου βλ. ανεβαίνω, ανοίγω τα μάτια (κάποιου) βλ. ανοίγω, ανοίγω τα μάτια μου βλ. ανοίγω, βάζω τα χεράκια μου και βγάζω τα ματάκια/μάτια μου βλ. χεράκι, βλέπω αστ(ε)ράκια/πουλάκια βλ. βλέπω, γδύνω με τα μάτια βλ. γδύνω, γυαλίζει το μάτι του βλ. γυαλίζω, δεν θέλω να ξαναδώ κάποιον (στα μάτια μου/μπροστά μου)/δεν θέλω ούτε να ξέρω/να βλέπω κάποιον βλ. θέλω, δεν μου γεμίζει το μάτι βλ. γεμίζω, δεν παίρνω τα μάτια μου από (πάνω) ... βλ. παίρνω, δεν πιστεύω στα μάτια/στ' αυτιά μου βλ. πιστεύω, είδα (κάποιον/κάτι) με τα ίδια μου τα μάτια/με τα μάτια μου βλ. βλέπω, είδα τον χάρο με τα μάτια μου βλ. χάρος, έχει φοβηθεί το μάτι μου βλ. φοβάμαι, έχω δει πολλά & έχουν δει πολλά τα μάτια μου βλ. βλέπω, έχω τ' αυτιά/τα μάτια μου ανοιχτά βλ. ανοιχτός, θολώνει το μάτι μου βλ. θολώνω, καρφί στο μάτι βλ. καρφί, κλείνουν τα μάτια μου βλ. κλείνω, κλείνω τα μάτια (κάποιου) βλ. κλείνω, κλείνω τα μάτια (μου) βλ. κλείνω, κλείνω το μάτι (σε κάποιον) βλ. κλείνω, κόρακας κοράκου μάτι δε(ν) βγάζει βλ. κόρακας, μάτια που βγάζουν/πετούν σπίθες/φλόγες/φωτιές βλ. σπίθα, με γελούν τα αυτιά/τα μάτια μου βλ. γελώ, με γυμνό μάτι/οφθαλμό βλ. γυμνός, με κλειστά (τα) μάτια βλ. κλειστός, με την τσίμπλα στο μάτι βλ. τσίμπλα, μου πετάχτηκαν/μας πέταξε τα μάτια έξω βλ. πετώ, όποιος έχει μάτια, βλέπει βλ. βλέπω, περνώ (κάτι) από την τρύπα/το μάτι της βελόνας βλ. τρύπα, πήζει το μάτι βλ. πήζω, πήρε των ομματιών του/τα μάτια του βλ. ομμάτιον, πονάει δόντι, βγάζει μάτι βλ. δόντι, ρίχνω στάχτη στα μάτια βλ. στάχτη, στέγνωσαν/στέρεψαν τα μάτια/τα δάκρυά μου βλ. στεγνώνω, στο μάτι/στη δίνη του κυκλώνα βλ. κυκλώνας, τα μάτια βασίλεψαν/βασιλεμένα μάτια βλ. βασιλεύω, της Παναγιάς τα μάτια βλ. Παναγία, τι έχουν να δουν/τι άλλο θα δουν τα μάτια/τα ματάκια μας βλ. βλέπω, το βλέμμα/μάτι μου σταμάτησε (σε ...) βλ. σταματώ, το γινάτι βγάζει μάτι βλ. γινάτι, το μάτι μου γαρίδα βλ. γαρίδα, το μάτι σου τ΄αλλήθωρο (που τρέχει στον κατήφορο) βλ. αλλήθωρος, τον κοροϊδεύει μες στα μούτρα του/μπροστά στα μάτια του/κατάμουτρα βλ. μούτρο, τον/την κοιτάει στα μάτια βλ. κοιτάζω, τρίβω τα μάτια μου βλ. τρίβω, τρώω με τα μάτια/με το βλέμμα βλ. τρώω, φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο βλ. τρώω [< μεσν. μάτιν, γαλλ. œil, yeux, αγγλ. eye]

μπαλάντα

μπαλάνταμπα-λά-ντα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. σύνθεση με δραματικό ή ρομαντικό συνήθ. περιεχόμενο: ερωτική/μελωδική/ροκ ~. ~ για πιάνο. 2. ΛΟΓΟΤ. λυρικό ποίημα που αποτελείται από τρεις στροφές με το ίδιο ρυθμικό σχήμα και μια καταληκτική με διαφορετικό. 3. ΛΟΓΟΤ. σύντομο αφηγηματικό λαϊκό ποίημα: παραδοσιακή ~. [< προβηγκιανό balada, γαλλ. ballade]

μυθιστόρημα

μυθιστόρημαμυ-θι-στό-ρη-μα ουσ. (ουδ.) {μυθιστορήμ-ατος} 1. ΛΟΓΟΤ. είδος της πεζογραφίας με αφηγηματική μορφή, θεματική ενότητα, αρκετά μεγάλης έκτασης και με πλαστή υπόθεση, η οποία όμως παρουσιάζεται σαν πραγματική, που εξιστορεί περιπέτειες, ήθη, χαρακτήρες, συναισθήματα, πάθη· συνεκδ. το σχετικό βιβλίο: αστυνομικό/ατμοσφαιρικό/αυτοβιογραφικό/εικονογραφημένο/επιστολικό/ερωτικό/ηθογραφικό/ιστορικό/κλασικό/λαϊκό/μοντέρνο/νεοελληνικό/παιδικό/παραδοσιακό/πρωτότυπο/ρεαλιστικό/ρομαντικό/σύγχρονο/ταξιδιωτικό ~. Εκπλητικό/εντυπωσιακό/κορυφαίο ~. ~ αγωνίας και δράσης/επιστημονικής φαντασίας/μυστηρίου. ~ σε συνέχειες. Αφηγητής/ήρωας/πλοκή του ~ατος. Ταινία βασισμένη σε ~. Μεταφορά ~ατος στον κινηματογράφο. Συγγραφή ~άτων (= μυθιστοριογραφία). Βλ. διήγημα, νουβέλα.|| Στις σελίδες του ~ατος.|| (κατ' επέκτ.) Το βιβλίο διαβάζεται σαν ~ (: πολύ εύκολα και ευχάριστα). Έζησε μια ζωή σαν ~ (= περιπετειώδη). 2. (μτφ.-προφ.) επινοημένη, ψεύτικη ιστορία, μύθος: Μην πιστεύεις το ~ που σου πουλάει! Πβ. μύθευμα. 3. ΦΙΛΟΛ. μυθιστορία: ιπποτικό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: μυθιστόρημα ποταμός: ΛΟΓΟΤ. πολυπρόσωπο και εκτενές μυθιστόρημα, του οποίου η πλοκή εξελίσσεται μέσα από τη διαδοχή των γενεών: κοινωνικό/μεταμοντέρνο ~ ~. [< γαλλ. roman-fleuve, 1930] , νέο μυθιστόρημα: ΛΟΓΟΤ. γαλλικό λογοτεχνικό ρεύμα της δεκαετίας του 1950 που απέρριπτε τις αρχές του παραδοσιακού μυθιστορήματος, δίνοντας έμφαση στις αφηγηματικές τεχνικές. Πβ. αντιμυθιστόρημα. [< γαλλ. nouveau roman] , οικογενειακό μυθιστόρημα: ΨΥΧΟΛ. φαντασίωση σύμφωνα με την οποία το υποκείμενο πιστεύει πως κατάγεται από οικογένεια ανώτερη κοινωνικά, αλλά έχει υιοθετηθεί από τη δική του οικογένεια την οποία και περιφρονεί., γοτθικό μυθιστόρημα βλ. γοτθικός, μαύρο μυθιστόρημα βλ. μαύρος, ψυχολογικό μυθιστόρημα βλ. ψυχολογικός [< γαλλ. roman]

νεο- & νεό- & νιο- & νιό-

νεο- & νεό- & νιο- & νιό-α' συνθετικό λέξεων για δήλωση 1. πρόσφατου γεγονότος, που μπορεί να συμβαίνει για πρώτη φορά: νεο-γέννητο. ~άνεργος/~άστεγος. Νεό-πτωχος. Νιό-παντρος.|| Nεο-διόριστος (πβ. πρωτο-)/~σύλλεκτος. Νεο-ανεγειρόμενος. 2. μεταγενέστερου φιλοσοφικού ή άλλου ρεύματος: νεο-κλασικισμός/~πλατωνισμός/~ρεαλισμός.|| Νεο-μαρξισμός/~φιλελευθερισμός.|| Νεο-παγανισμός. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. νεότερης χρονολογικής περιόδου: νεο-ανακτορικός (βλ. μετα-)/~λιθικός (βλ. παλαιο-). Βλ. μεσο-.

νεογνό

νεογνόνε-ο-γνό ουσ. (ουδ.) (επίσ.) 1. βρέφος ηλικίας μέχρι τεσσάρων εβδομάδων. Πβ. μωρό. 2. νεογέννητο ζώο. Πβ. κουτάβι. Βλ. νεοσσός. [< αρχ. τά νεογνά]

παλιός

παλιός, ιά, ιό πα-λιός επίθ. {παλιότ-ερος} & (λόγ.) παλαιός ΑΝΤ. καινούργιος, νέος 1. χρησιμοποιημένος, φθαρμένος: ~ιό: αμάξι (βλ. σακαράκα). ~ιά: βιβλία/κτίρια/μηχανήματα (πβ. μεταχειρισμένα)/ρούχα (πβ. από δεύτερο χέρι, φορεμένα). Άλμπουμ με ~ιές φωτογραφίες. Συλλέγει ~ιά αντικείμενα (= αντίκες).|| (προφ.) ~ιό το αστείο/το κόλπο (: δεν πιάνει· πβ. γνωστό, κοινό, συνηθισμένο). 2. που δημιουργήθηκε ή εμφανίστηκε πριν από πολλά χρόνια και εξακολουθεί να υπάρχει, συνήθ. δίπλα σε κάτι σύγχρονο: ~ιές: οφειλές/συνήθειες (= μακροχρόνιες). ~ιά: έθιμα (βλ. αρχαίος)/πρότυπα/τραγούδια. Το πρόβλημα είναι πολύ ~ιό.|| ~ιά: θέματα εξετάσεων. Συμβουλεύτηκε ~ερες εκδόσεις/~ερα τεύχη. ΑΝΤ. πρόσφατος, τωρινός.|| (για πρόσ.) ~ιός: γνώριμος/πελάτης/συνεργάτης/φίλος. (ως ουσ.) Οι ~εροι (= ηλικιωμένοι, πρεσβύτεροι· ΑΝΤ. νεότεροι). 3. που υπήρξε στο παρελθόν και συνήθ. έχει αντικατασταθεί από κάτι άλλο νεότερο, πιο σύγχρονο: ~ιός: κανονισμός. ~ιό: σύστημα. ~ιοί: θεσμοί. ~ιές: αντιλήψεις/μέθοδοι. Πβ. αναχρονιστ-, οπισθοδρομ-, συντηρητ-ικός, απαρχαιω-, ξεπερασ-, παρωχη-, πεπαλαιω-μένος.|| Επίσκεψη στην ~ιά πόλη (βλ. καστρούπολη). Η ~ερη ονομασία μιας περιοχής. Βόλτα στην ~ιά μου γειτονιά. Το ~ιό σχολείο/υδραγωγείο.|| (για πρόσ.) ~ιός: δήμαρχος/πρωταθλητής (πβ. πρώην). Οι ~ιές αγάπες. Συνάντηση ~ιών συμμαθητών. 4. έμπειρος: Είναι ~ μάστορας/οδηγός. ΣΥΝ. πεπειραμένος ● Ουσ.: παλιοί/παλιότεροι & (λόγ.) παλαιοί/παλαιότεροι (οι): οι προγενέστεροι: Οι ~ έλεγαν ..., παλιός (ο) 1. (προφ.) έμπειρος λόγω πολύχρονης ενασχόλησης: Άκουσέ με, μιλάει ο ~! Είναι απ' τους πιο ~ιούς στον χώρο. 2. (στρατ. αργκό) φαντάρος που έχει υπηρετήσει πολλούς μήνες. Πβ. παλαίουρας, παλιοσειρά. ● ΣΥΜΠΛ.: ιουλιανό/παλαιό/παλιό ημερολόγιο βλ. ιουλιανός1, παλιά αμαρτία βλ. αμαρτία, παλιά ιστορία βλ. ιστορία, παλιά καραβάνα βλ. καραβάνα, παλιά καραμπίνα βλ. καραμπίνα, παλιά/παλαιά φρουρά βλ. φρουρά, παλιοί λογαριασμοί βλ. λογαριασμός ● ΦΡ.: (ο νέος είναι ωραίος, αλλά) ο παλιός είναι αλλιώς (προφ.): για να τονιστεί η αξία της εμπειρίας σε κάποιο αντικείμενο, επάγγελμα, χώρο., ο παλιός καλός ...: για να εκφραστεί νοσταλγία για κάτι ωραίο που δεν υπάρχει πια: Έλα να τα πούμε σαν τον ~ιό ~ό καιρό (βλ. εποχή)/τις ~ιές ~ές μέρες!, τα παλιά (τα χρόνια)/τον παλιό καιρό: το παρελθόν ή/και όσα συνέβησαν κατά τη διάρκειά του: από/κατά ~ ~. Επιστροφή στα ~ ~. Αναπολώ/θυμάμαι ~ ~. Δεν χορταίνει να διηγείται ιστορίες από ~ ~., γράφω (κάποιον/κάτι) στα παλιά μου τα παπούτσια/(λόγ.) στα παλαιότερα των υποδημάτων μου βλ. γράφω, η γριά/η παλιά (η) κότα έχει το ζουμί βλ. ζουμί, παλαιάς/παλιάς κοπής βλ. κοπή, σαν το παλιό καλό κρασί βλ. κρασί, σε παλαιότερες εποχές βλ. παλαιός, της παλιάς/παλαιάς σχολής βλ. σχολή, του παλιού καιρού βλ. καιρός ● βλ. παλιά [< μεσν. παλιός, γαλλ. vieux, αγγλ. old]

Ρώμη1

Ρώμη1[Ῥώμη] Ρώ-μη ουσ. (θηλ.): στα ● ΣΥΜΠΛ.: Νέα Ρώμη (η): ΙΣΤ. η Κωνσταντινούπολη. ● ΦΡ.: όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη: (μτφ.) υπάρχουν εναλλακτικοί τρόποι για την επίτευξη ενός στόχου. [< γαλλ. tous les chemins mènent à Rome] , από κτίσεως κόσμου/Ρώμης βλ. κτίση [< αρχ. Ῥώμη]

σελήνη

σελήνησε-λή-νη ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝ. (κ. με κεφαλ. Σ) ο μοναδικός φυσικός δορυφόρος της Γης, ο οποίος περίπου κάθε έναν μήνα διαγράφει πλήρη τροχιά γύρω από αυτή: ο δίσκος/η σκοτεινή πλευρά/οι φάσεις της ~ης. ~ 15 ημερών. Η κατάκτηση της ~ης (1969). Αποικία/βάση/ταξίδι στη ~. Πβ. φεγγάρι. ● ΣΥΜΠΛ.: Βόρειος/Νότιος Δεσμός της Σελήνης: η διασταύρωση της πορείας της σελήνης με την εκλειπτική, όταν περνά από το νότιο ημισφαίριο στο βόρειο και από το βόρειο στο νότιο, αντίστοιχα., Νέα Σελήνη: φάση της σελήνης κατά την οποία αυτή δεν φωτίζεται καθόλου από τον ήλιο, με αποτέλεσμα να μην είναι ορατή από τη Γη· η περίοδος κατά την οποία συμβαίνει αυτό. Βλ. πανσέληνος., έκλειψη Σελήνης βλ. έκλειψη [< αρχ. σελήνη]

τάξη

τάξητά-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις, -εων} 1. τήρηση κανόνων, οργάνωση, μεθοδικότητα· κατ' επέκτ. εύρυθμη λειτουργία, κοινωνική ομαλότητα, νομιμότητα: ~ και καθαριότητα/νοικοκυροσύνη. Επιτέλους, έβαλε/μπήκε ~ εδώ μέσα! Στο σπίτι τους βασίλευε/επικρατούσε η απόλυτη ~. ΑΝΤ. ακαταστασία, αταξία.|| Έχει ~ στη δουλειά της (= είναι τακτική). Πβ. οργανωτικ-, συστηματικ-ότητα.|| Η κοινοβουλευτική ~ (: οι κανονισμοί που καθορίζουν τη λειτουργία της Βουλής). Η φυσική ~ των πραγμάτων. (ΑΣΤΡΟΝ.) Κοσμική ~ και χάος.|| Αποκατάσταση/διασάλευση/διατήρηση/επαναφορά της ~ης. Μονάδες Αποκατάστασης ~ης (ακρ. ΜΑΤ). Διαφυλάσσω/επιβάλλω την ~. Πβ. ευταξία. ΑΝΤ. αναρχία. 2. υποδιαίρεση του κύκλου σπουδών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, σχολικό έτος· συνεκδ. οι μαθητές ή/και ο διδάσκων, η αίθουσα διδασκαλίας: προπαρασκευαστική ~. Το αναλυτικό πρόγραμμα/τα βιβλία/τα μαθήματα/η ύλη κάθε ~ης. ~εις ένταξης/μικτής ικανότητας/υποδοχής (για αλλοδαπούς μαθητές). Επαναλαμβάνω/περνώ/χάνω την ~ (= δεν προβιβάζομαι). Πηγαίνει στην έκτη ~ του Δημοτικού/στην τρίτη ~ του Γυμνασίου/Λυκείου. Eίναι/πάνε στην ίδια ~ (= είναι συμμαθητές).|| (ειδικότ., στη φροντιστηριακή εκπαίδευση:) ~εις ενηλίκων (= τμήματα). Θα βγάλει/κάνει την ~ το καλοκαίρι.|| Οι μικρές/μεγάλες ~εις (: αναφορικά με την ηλικία των μαθητών). Αξιολόγηση/διαχείριση της ~ης. Επίσκεψη της ~ης στο μουσείο. Είναι πρώτος στην ~ (του).|| Η έδρα/τα θρανία/ο πίνακας της ~ης. Απουσιάζω από την ~.|| Εικονική-δυνητική ~ (= τηλε~). 3. θέση σε ιεραρχία: λογιστής/μηχανικός Α'/Β'/Γ' ~εως. Βλ. βαθμίδα, βαθμός. 4. κατηγορία σε σύστημα ταξινόμησης: η Τάξις των Θετικών Επιστημών/των Γραμμάτων και των Καλών Τεχνών/των Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών (: της Ακαδημίας Αθηνών).|| (ΑΣΤΡΟΝ.) ~εις λαμπρότητας αστέρων.|| (ΖΩΟΛ.-ΒΟΤ.) Η ~ των κολεόπτερων. Βλ. (συν)ομοταξία, υπερ~, υπο~.|| (ΜΑΘ.) Διαφορικές εξισώσεις πρώτης/ανώτερης ~ης.|| (ΧΗΜ.) Οργανική ένωση που ανήκει στην ~ των μονοσακχαριτών.|| (γενικότ.) Παρουσίαση εργογραφίας κατά χρονολογική ~ (= σειρά). 5. {συνήθ. στον πληθ.} οργανωμένο σύνολο ατόμων με κοινά χαρακτηριστικά: διαφωνίες στις ~εις (= στους κόλπους/κύκλους) των εκπαιδευτικών/εργαζομένων σχετικά με ...|| (ειρων.) Η ευγενής/συμπαθής ~ των ... Πβ. σινάφι.|| Οι ~εις των προοδευτικών/συντηρητικών. Πβ. παράταξη.|| Οι ~εις της Ελληνικής Αστυνομίας.|| (ΣΤΡΑΤ.) Κατατάχθηκε/υπηρετεί στις ~εις των Ενόπλων Δυνάμεων.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Οι ~εις (= τα τάγματα) των Αγγέλων. 6. {στη γεν.} επίπεδο, είδος: προβλήματα διαφορετικής ~ης. Άλλης ~εως θέμα είναι το ... Πβ. κλάση2. 7. διάταξη, σχηματισμός: (κυρ. ΣΤΡΑΤ.) Το πεζικό πολεμούσε σε πυκνή ~. Βλ. παράταξη. ● ΣΥΜΠΛ.: ηθικής τάξης/τάξεως: που σχετίζεται με την ηθική: ζητήματα/θέματα/προβλήματα ~ ~. Για λόγους ~ ~. [< γαλλ. d'ordre moral] , ηλεκτρονική/ψηφιακή τάξη & η-τάξη: ΠΑΙΔΑΓ. -ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα οργάνωσης και διαχείρισης εκπαιδευτικού υλικού στο διαδίκτυο που επιτρέπει τη συνεχή αλληλεπίδραση εκπαιδευτή και εκπαιδευομένου. Βλ. ηλεκτρονική εκπαίδευση, τηλε-διδασκαλία, -εκπαίδευση, -μάθηση, -τάξη. [< αγγλ. e-class] , κοινωνική τάξη & τάξη: καθεμία από τις ομάδες που διαφοροποιούνται μεταξύ τους με βάση το οικονομικό ή μορφωτικό επίπεδο των μελών τους, τη συμμετοχή στην παραγωγική διαδικασία ή/και το επάγγελμα: ανώτερη/μεσαία/κατώτερη ~ ~.|| Η αγροτική/άρχουσα/αστική/εργατική (= ο εργαζόμενος λαός)/κυβερνώσα/κυρίαρχη/λαϊκή ~. Η ~ των μικρομεσαίων. Οι ασθενέστερες (οικονομικά)/εύπορες/παραγωγικές/υψηλές/χαμηλές (εισοδηματικά) ~εις. Σύγκρουση των ~εων. ΣΥΝ. στρώμα (3), νέα τάξη (πραγμάτων): διαμόρφωση νέας κατάστασης σε παγκόσμιο επίπεδο μετά από σημαντικές μεταβολές στα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα· γενικότ. αλλαγή κατεύθυνσης, πορείας: Δημιουργείται μια ~ ~.|| ~ ~ στην πολιτική. Πβ. νέα εποχή., πάλη των τάξεων & ταξική πάλη: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. σύγκρουση ταξικών συμφερόντων, κυρ. ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο, η οποία, σύμφωνα με τον μαρξισμό, βρίσκεται στη βάση της εξέλιξης της ιστορίας., έννομη τάξη βλ. έννομος, η καθεστηκυία τάξη βλ. καθεστηκυία, όργανο της τάξης/τάξεως βλ. όργανο, τάξη μεγέθους βλ. μέγεθος ● ΦΡ.: ανακαλώ/επαναφέρω κάποιον στην τάξη (επίσ.): του επισημαίνω ότι έχει υπερβεί τα όρια, τον υποχρεώνω να πειθαρχήσει. [< γαλλ. rappeler à l' ordre] , βάζω/μπαίνει κάτι σε τάξη & βάζω/μπαίνει τάξη σε κάτι: τακτοποιώ/διευθετείται: Βάζω σε τάξη τις ιδέες/τις σημειώσεις/τις σκέψεις μου. Βάλε τάξη στο δωμάτιο/στη ζωή σου. Το αρχείο μπήκε σε τάξη., πρώτος/δεύτερος τη τάξει (επίσ.): που βρίσκεται στα ανώτερα ιεραρχικά κλιμάκια, κατέχοντας την πρώτη/δεύτερη θέση: πρώτος ~ ~ αξιωματούχος/πολίτης του κράτους (= ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας)/υπουργός (πβ. πρωτοκλασάτος)., της τάξεως/τάξης (+ γεν.): του ύψους, του επιπέδου: άνοδος/απώλειες/αύξηση/έλλειμμα/κέρδη/πλεόνασμα ~ ~ του ... %. Ποσό ~ ~ των δύο χιλιάδων ευρώ., διασάλευση της (δημόσιας/έννομης) τάξης βλ. διασάλευση, ησυχία, τάξη και ασφάλεια βλ. ησυχία, κερδίζω χρονιά/τάξη βλ. κερδίζω, μένω στην ίδια τάξη βλ. μένω, πρώτης τάξεως/τάξης βλ. πρώτος [< αρχ. τάξις ‘διάταξη ή γραμμή μάχης, παραγγελία, ρόλος, θέση, κοινωνική τάξη’, γαλλ. ordre, classe]

τεχνολογία

τεχνολογίατε-χνο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) {τεχνολογι-ών, πληθ. μόνο στη σημ. 2} 1. ΤΕΧΝΟΛ. (κ. με κεφαλ. Τ) ο τομέας εφαρμογής της επιστημονικής και τεχνικής γνώσης, οι εφαρμοσμένες επιστήμες: η ~ στην υπηρεσία του ανθρώπου. Ινστιτούτο ~ας. Οι εξελίξεις στον χώρο της ~ας. Αξιοποίηση των δυνατοτήτων/τα καλά της ~ας. Η ~ αναπτύσσεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Βλ. ακτινο~, βιο~, μικρο~, νανο(βιο)~, νευρο~, ραδιο~, φυτο~, -λογία. 2. ΤΕΧΝΟΛ. το σύνολο των τεχνικών μέσων, γνώσεων και μεθόδων που χρησιμοποιούνται για την ανάπτυξη ειδικών εφαρμογών σε διάφορους τομείς κυρ. της παραγωγής· συνεκδ. οι παρεχόμενες υπηρεσίες και τα μηχανικά επιτεύγματα: αρχαία/μοντέρνα/προηγμένη/πρωτοποριακή/σύγχρονη ~. Αμυντική/βιομηχανική/δορυφορική/εκπαιδευτική/ενεργειακή/επικοινωνιακή/ευρυζωνική/ηλεκτρονική/ηλιακή/θαλάσσια/(βιο)ιατρική/κινητή/μοριακή/μουσική/οπτική/πληροφορική/πολιτιστική/πυρηνική/τηλεπικοινωνιακή/υποστηρικτική/φαρμακευτική/χημική/ψηφιακή ~. ~ αυτοματισμών/κατασκευών/καυσίμων/των λέιζερ/λογισμικού/πετρελαίου/πολέμου/πολυμέσων/ποτών (πβ. οινολογία)/υλικών/υπολογιστών. ~ υψηλών επιδόσεων/προδιαγραφών. Βασική ~ οχημάτων. Η ~ του 21ου αι. Η τελευταία λέξη της ~ας. Ενίσχυση της εναλλακτικής/ήπιας/οικολογικής/περιβαλλοντικής/πράσινης ~ας. Τμήμα ~ας αεροσκαφών. Προϊόντα νέας ~ας.|| ~ ασφαλείας. Ανοιχτές/ηλεκτρονικές/καινοτόμες/ψηφιακές ~ες. ~ες διαδικτύου. ~ες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας/αντιρρύπανσης (= καθαρή ~). Βελτιωμένες ~ες εξοικονόμησης ενέργειας. 3. ΓΡΑΜΜ. (παλαιότ., ως είδος άσκησης) αναγνώριση και κλίση γραμματικών τύπων. ● ΣΥΜΠΛ.: γλωσσική τεχνολογία: ΠΛΗΡΟΦ. -ΓΛΩΣΣ. διεπιστημονικός κλάδος που μελετά τον σχεδιασμό υπολογιστικών εργαλείων για την αναγνώριση και επεξεργασία του προφορικού και γραπτού λόγου: ~ ~ και ανάλυση φωνής/μηχανική μετάφραση. Βλ. γλωσσικοί πόροι, τεχνητή νοημοσύνη, υπολογιστική γλωσσολογία. ΣΥΝ. τεχνογλωσσία [< αγγλ. language technology] , μεταφορά τεχνολογίας: κάθε μηχανισμός μετάδοσης τεχνογνωσίας από έναν φορέα-δότη (αναπτυγμένα κράτη, ερευνητικά κέντρα, εργαστήρια, κέντρα καινοτομίας, εφευρέτες, επιχειρήσεις) σε έναν φορέα-δέκτη (άλλα κράτη, επιχειρήσεις): ~ ~ από χώρα σε χώρα. Κέντρο ~άς ~. Επαφές/συνεργασίες εταιρειών για ~ ~. Βλ. τεχνική υποστήριξη/βοήθεια. [< αγγλ. technology transfer, 1969] , νέες τεχνολογίες: ΠΛΗΡΟΦ. οι εφαρμογές των ηλεκτρονικών υπολογιστών (πληροφορικά δίκτυα, σιντιρόμ, διαδίκτυο) και της τηλεπικοινωνίας (κινητή τηλεφωνία): οι ~ ~ στην εκπαίδευση. ~ ~ και Κοινωνία της Πληροφορίας., υψηλή τεχνολογία: που αφορά την παραγωγή ή/και τη χρήση προηγμένων, υπερσύγχρονων συσκευών, κυρ. στον τομέα της ηλεκτρονικής και των υπολογιστών: επιχειρήσεις ~ής ~ας. Βλ. χάι-τεκ. [< αγγλ. high technology, 1964] , ακουστική τεχνολογία & ακουστική βλ. ακουστικός, τεχνολογία αιχμής βλ. αιχμή, τεχνολογία κενού βλ. κενό, τεχνολογία τροφίμων βλ. τρόφιμα, Τεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνίας/Επικοινωνιών βλ. πληροφορία [< 1,2: γαλλ. technologie, αγγλ. technology 3: μτγν. τεχνολογία]

οικονομία

οικονομία[οἰκονομία] οι-κο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.) {οικονομιών} 1. ΟΙΚΟΝ. (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Ο) το σύστημα παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης υλικών αγαθών και υπηρεσιών μιας κοινωνίας, η οικονομική κατάσταση και δραστηριότητα κράτους ή περιοχής καθώς και η βέλτιστη κατανομή πόρων· γενικότ. κάθε οικονομικό σύστημα: ανταγωνιστική/βιομηχανική/βιώσιμη/γεωργική/δημόσια (ή κρατική)/δικτυακή/δυναμική/εθνική/ενεργειακή/ευρωπαϊκή (/κοινοτική)/εύρωστη/ισχυρή/ναυτιλιακή/παγκόσμια/παράνομη (= παρα~)/πραγματική (ΑΝΤ. εικονική)/πράσινη/τοπική/τουριστική/υγιής/φτωχή ~. Η ~ της αγοράς. Αναθέρμανση/ανάκαμψη/δείκτες/διάρθρωση/θωράκιση/συρρίκνωση/σχεδιασμός/ύφεση της ~ας. Νόμπελ ~ας. Αναδυόμενες/αναπτυγμένες/αναπτυσσόμενες/περιφερειακές/υπανάπτυκτες ~ες. ~ες του πλανήτη/υπό μετάβαση. Η πορεία της ~ας. Προώθηση του εμπορίου και άνοιγμα της ~ας. Μέτρα ενίσχυσης/στήριξης/τόνωσης της ~ας. Επιβραδύνθηκε/επιταχύνθηκε ο ρυθμός ανάπτυξης της ~ας της ευρωζώνης στο ... τρίμηνο του έτους ... Διεθνείς ~ες και Χρηματιστήριο. 2. (κατ' επέκτ.) η οικονομική επιστήμη, τα τμήματα διδασκαλίας της και το αντίστοιχο μάθημα· το σύνολο των σχολών και των δογμάτων της οικονομικής σκέψης: Σπουδές στην ~. Σχολή ~ας και Διοίκησης. Πβ. (χρηματο)οικονομικά, οικονομολογία. Βλ. μακρο~, μικρο~, νευρο~.|| (ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ.) Καπιταλιστική/κλασική/μαρξιστική/σοσιαλιστική ~. Βλ. -νομία. 3. περιορισμός εξόδων, αποφυγή σπατάλης και γενικότ. συνετή διαχείριση, χρήση ή δραστηριότητα με στόχο το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα: σκληρή ~ (= λιτότητα). ~ στο ηλεκτρικό/στα καύσιμα/στο νερό/στο χαρτί/στα χρήματα. ~ στην κατανάλωση ενέργειας. Κάνει ~, για να πάει διακοπές. (ΤΕΧΝΟΛ.) Λάμπα ~ας (= εξοικονόμησης ενέργειας).|| (μτφ.) ~ γλώσσας/δυνάμεων/λόγου/χρόνου/χώρου. Πβ. φειδώ. Βλ. εξοικονόμηση. 4. διάταξη και κατανομή των επιμέρους διαφορετικών στοιχείων ενός καλλιτεχνικού συνήθ. έργου με στόχο τη δημιουργία οργανωμένου, λειτουργικού συνόλου: αφηγηματική/θεατρική/σκηνική ~. Παράκαμψη δευτερευόντων ζητημάτων για λόγους ~ας του κειμένου. Βλ. προ~.οικονομίες (οι): αποταμιευμένο απόθεμα χρημάτων: αιματηρές ~. Χρόνια έκανε ~. Έχω μερικές ~ στην άκρη/στην τράπεζα. Χάθηκαν οι ~ μιας ζωής. [< αγγλ. savings] ● ΣΥΜΠΛ.: ελεγχόμενη οικονομία (κυρ. παλαιότ.): στην οποία το κράτος παρεμβαίνει και κατευθύνει την οικονομική δραστηριότητα: κεντρικά ~ ~. Η μετάβαση από την αυστηρά ~ ~ στην οικονομία της αγοράς. [< αγγλ. managed economy, 1969] , ελεύθερη οικονομία & οικονομία της (ελεύθερης) αγοράς: κατά την οποία ελαχιστοποιείται ο κρατικός παρεμβατισμός και επιτρέπεται η ελεύθερη σχετικά δράση της ιδιωτικής επιχείρησης, ο ανταγωνισμός και η ελεύθερη αγορά, ενώ αναγνωρίζεται η ιδιοκτησία: ανάπτυξη/αρχές/καθεστώς/σύστημα της ~ης ~ας. Ανοικτή και ~ ~. Η οικονομία της αγοράς διέπεται από το νόμο της προσφοράς και της ζ΄ητησης. Βλ. ελεύθερος ανταγωνισμός, καπιταλ-, φιλελευθερ-ισμός. [< αγγλ. free economy, 1946, free-market economy, 1947, market economy, 1918] , θεία οικονομία: ΘΕΟΛ. το θείο σχέδιο για την σωτηρία του κόσμου: Η ~ ~ εκφράζεται μέσα από το μυστήριο της ενανθρώπησης του Υιού και Λόγου του Θεού. Πβ. θεία πρόνοια., κοινωνική οικονομία & (κοινωνική) αλληλέγγυα οικονομία & οικονομία της αλληλεγγύης: ΟΙΚΟΝ.-ΟΙΚΟΛ. τομέας της οικονομίας στον οποίο δραστηριοποιούνται επιχειρήσεις, φορείς και οργανισμοί με στόχο την κοινωνική και οικονομική ένταξη των ευπαθών ομάδων, την καταπολέμηση της ανεργίας, την προώθηση της τοπικής ανάπτυξης και των εναλλακτικών μορφών επιχειρηματικότητας: Ανάπτυξη/προγράμματα της ~ής ~ας., κρυφή οικονομία 1. ΟΙΚΟΝ. τομέας της οικονομίας που περιλαμβάνει συναλλαγές οι οποίες (παρανόμως) δεν δηλώνονται στην Εφορία και δεν λαμβάνονται υπόψη στις επίσημες στατιστικές: Η ~ ~ αφορά πολλές επιχειρηματικές δραστηριότητες. 2. (σπάν.) οικονομία ή αποταμίευση που δεν είναι άμεσα εμφανής. [< αγγλ. hidden economy, 1930] , κυκλική οικονομία & πράσινη οικονομία: (ως πράσινο μοντέλο ανάπτυξης) παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών με ελαχιστοποίηση των αποβλήτων σε όλα τα στάδια παραγωγής. ΑΝΤ. γραμμική οικονομία. [< αγγλ. circular/green economy] , μικτή οικονομία: οικονομικό σύστημα στο οποίο ο δημόσιος τομέας συνυπάρχει με τον ιδιωτικό, κυρ. στον κλάδο των επιχειρήσεων., νέα/ψηφιακή οικονομία: που βασίζεται στον παγκόσμιο ιστό· το σύνολο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που υλοποιούνται με βάση την αμφίδρομη ψηφιακή επικοινωνία· το αντίστοιχο διδασκόμενο μάθημα: ~ ~ της γνώσης και της πληροφορίας. ~ ~ και παγκοσμιοποίηση. Βλ. ηλεκτρονικό επιχειρείν. [< αγγλ. new/digital economy] , περιβαλλοντική οικονομία & οικονομία του περιβάλλοντος: κλάδος της οικονομικής επιστήμης που εστιάζει κυρίως σε περιβαλλοντικά θέματα. Βλ. ανανεώσιμες/εναλλακτικές πηγές/μορφές ενέργειας. [< αγγλ. environmental economics] , αγροτική οικονομία βλ. αγροτικός, ανοιχτή οικονομία βλ. ανοιχτός, γραμμική οικονομία βλ. γραμμικός, ιδιωτική οικονομία βλ. ιδιωτικός, κλειστή αγροτική οικονομία βλ. κλειστός, κλειστή οικονομία βλ. κλειστός, οικιακή οικονομία βλ. οικιακός, οικονομίες κλίμακας βλ. κλίμακα, πολιτική οικονομία βλ. πολιτικός, υπερθέρμανση της οικονομίας βλ. υπερθέρμανση ● ΦΡ.: κατ' οικονομία(ν) (λόγ.): με σχέδιο και συγκεκριμένο στόχο: ~ ~ διευθέτηση/λύση.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ ~ Θεού. Πβ. κατ' ανάγκη(ν)/εξ ανάγκης. [< 1: μτγν. οἰκονομία, γαλλ. économie, αγγλ. economy 3: αρχ. οἰκονομία 4: μτγν. ~]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.