Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ναρκαλιευτικός , ή, ό ναρ-κα-λι-ευ-τι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με τη ναρκαλιεία: ~ή: αποστολή. ● Ουσ.: ναρκαλιευτικό (το): πολεμικό πλοίο που εκτελεί επιχειρήσεις ναρκαλιείας. Βλ. αντιτορπιλικό. [< αγγλ. minesweeper, 1904]

αντιτορπιλικό

αντιτορπιλικό[ἀντιτορπιλικό] α-ντι-τορ-πι-λι-κό ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. μικρό, ταχύπλοο πολεμικό σκάφος επιφανείας, βαριά εξοπλισμένο με τορπίλες, βόμβες βυθού, πυροβόλα, σύστημα ηχοεντοπισμού και κατευθυνόμενα βλήματα αντιαεροπορικής προστασίας· κατ' επέκτ. το πλήρωμά του: ~ στόλου.|| Ανταρσία του ~ού ... Βλ. καταδρομικό. [< γαλλ. contre-torpilleur]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.