Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • νεοαποικιοκράτης νε-ο-α-ποι-κι-ο-κρά-της ουσ. (αρσ.): υποστηρικτής της νεοαποικιοκρατίας. [< αγγλ. neo-colonialist, 1961, γαλλ. neocolonialiste]