Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • νεοαφιχθείς , είσα, έν νε-ο-α-φι-χθείς επίθ. {νεοαφιχθ-έντος, -έντα | -έντες (ουδ. -έντα)} (λόγ.): που ήρθε πρόσφατα: ~έντες: μετανάστες/πρόσφυγες.|| (ως ουσ.) Υποδοχή των ~έντων. Πβ. νεοφερμένος. ΣΥΝ. άρτι αφιχθείς