Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • νεότερος νε-ό-τε-ρος επίθ. , η (λογ. -έρα), ο & (λόγ.) νεώτερος 1. πιο νέος: (κατά) πέντε χρόνια ~ός τους. (ως ουσ.) Οι ~οι. ΑΝΤ. πρεσβύτερος.|| ~ες: εξελίξεις. ~α: δεδομένα. Πβ. πρόσφατος, τελευταίος.|| ~η: περίοδος. ~οι: χρόνοι. Πβ. μεταγενέστερος.|| (ΙΣΤ.) Η Νεότερη Ελλάδα (1832-1940). Νεότερη Λογοτεχνία (1922-1945). Πβ. σύγχρονος. 2. (για πρόσ.) που έχει το ίδιο όνομα με τον πατέρα του ή με άλλο διάσημο πρόγονό του: Πλίνιος/Γιόχαν Στράους ο ~. Βλ. πρεσβύτερος. ● Ουσ.: νεότερο (το) {συνήθ. στον πληθ.}: πιο πρόσφατη, τελευταία εξέλιξη ή είδηση: Μόλις έχω/μάθω ~α, θα σας ενημερώσω.|| (λόγ.) Εν αναμονή ~έρων! ● ΦΡ.: μέχρι νεοτέρας/νεωτέρας (διαταγής) (λόγ.): μέχρι να υπάρξει νεότερη ειδοποίηση, απόφαση, εντολή ή εξέλιξη: αναβολή/κλειστό ~ ~. Η απεργία συνεχίζεται ~ ~., ουδέν νεότερο(ν)/νεώτερον (λόγ.): κανένα νεότερο, τίποτα καινούργιο: ~ ~ από το μέτωπο των διαπραγματεύσεων. [< γερμ. nichts Neues] [< αρχ. νεώτερος]

πρεσβύτερος

πρεσβύτεροςπρε-σβύ-τε-ρος ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. βαθμός της ιεροσύνης, έγγαμος ιερέας: Χειροτονήθηκε ~. Βλ. αιδεσιμότατος, διάκονος, επίσκοπος, πρωτο~, πρεσβυτέρα. [< μτγν. πρεσβύτερος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.