Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • νοτιοδυτικός , ή, ό νο-τι-ο-δυ-τι-κός επίθ. (συντομ. ΝΔ): που βρίσκεται ή έχει προσανατολισμό προς το σημείο του ορίζοντα μεταξύ Νότου και Δύσης ή προέρχεται από αυτό: ~ός: άνεμος (βλ. γαρμπής, λίβας). Βλ. βορειοδυτικός. ● επίρρ.: νοτιοδυτικά [< γαλλ. sud-ouest]

βορειοδυτικός

βορειοδυτικός, ή, ό βο-ρει-ο-δυ-τι-κός επίθ. (συντομ. ΒΔ): που βρίσκεται στο σημείο του ορίζοντα μεταξύ Βορρά και Δύσης ή έχει προσανατολισμό προς αυτό ή προέρχεται από αυτό: ~ή: ακτή (του νησιού)/είσοδος/κατεύθυνση. (ως ουσ.) Στα ~ά (: το αντίστοιχο τμήμα γεωγραφικής περιοχής).|| ~ός: άνεμος (= μαΐστρος). Βλ. βορειοανατολικός, νοτιοδυτικός. ● επίρρ.: βορειοδυτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. nord-ouest]

γαρμπής

γαρμπήςγαρ-μπής ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. νοτιοδυτικός άνεμος. Πβ. λίβας. Βλ. γρέγος, λεβάντες, μαΐστρος, πουνέντες, σιρόκος, τραμουντάνα. [< μεσν. γαρμπής < βεν. garbin]