Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • νουβέλα νου-βέ-λα ουσ. (θηλ.): ΛΟΓΟΤ. πεζογραφικό είδος, μεγαλύτερο σε έκταση από το διήγημα και μικρότερο από το μυθιστόρημα: αστυνομική/ερωτική ~. Βλ. τηλε~. ● ΣΥΜΠΛ.: γραφική νουβέλα & γκράφικ νόβελ: λογοτεχνικό, ιστορικό ή επιστημονικό βιβλίο δημοσιευμένο σε μορφή κόμικς. [< αμερικ. graphic novel, 1964] [< μεσν. νοβέλλα ‘περιπετειώδης ιστορία’, ιταλ. novella,γαλλ. nouvelle]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.