νοώ [νοῶ] νο-ώ ρ. (μτβ.) {νο-είς ..., -ώντας, λόγ. μτχ. νο-ών, -ούσα, -ούν | νό-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, συνήθ. μεσοπαθ.} (λόγ.) & (λαϊκό) νογάω: αντιλαμβάνομαι (με τον νου), σκέφτομαι, καταλαβαίνω. Βλ. επι~, ευ~, μετα~, ομο~, παρα~, προ~, υπο~. ● Μτχ.: νοούμενος , η, ο: που γίνεται αντιληπτός: η γλώσσα ~η ως πράξη επικοινωνίας. Τα κακώς/καλώς ~α συμφέροντα. ΣΥΝ. εννοούμενος || (κυρ. στην Κύπρο) νοουμένου ότι … (= με την έννοια/προϋπόθεση ότι …). ● ΦΡ.: νοείται (λόγ.): γίνεται, είναι νοητό: Με τον όρο μνημείο ~ κάθε στοιχείο του υλικού πολιτισμού.|| Δεν ~/δεν μπορεί να ~ηθεί (= δεν μπορεί να υπάρξει) δημοκρατία χωρίς σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων., ο νοών νοείτω (λόγ.): όποιος είναι σε θέση να καταλάβει (δηλ. έξυπνος, νοήμων), ας καταλάβει: Εγώ είπα ό,τι είχα να πω κι από 'κεί και πέρα ~ ~. ΣΥΝ. ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω, οίκοθεν νοείται (λόγ.): εννοείται, είναι αυτονόητο: ~ ~ ότι θα καταβάλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια. Πβ. εξυπακούεται. ● βλ. νοούμενο [< αρχ. νοῶ]
νοούμενο
νοούμενονο-ού-με-νο ουσ. (ουδ.) {νοουμένου} & νοούμενον: ΦΙΛΟΣ. το μη αισθητό πράγμα, αυτό που συλλαμβάνεται μόνο μέσω του νου· το υπεραισθητό: τα ~α και τα φαινόμενα (: στην καντιανή φιλοσοφία). ● ΣΥΜΠΛ.: σχήμα κατά το νοούμενο: ΦΙΛΟΛ. κατά το οποίο τα περιληπτικά ονόματα στον ρόλο του υποκειμένου συνδέονται με ρήμα στον πληθυντικό αριθμό: π.χ. Το πλήθος ούρλιαζαν (= ούρλιαζε). ● βλ. νοώ [< μτγν. νοούμενον, γερμ. Noumenon]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.