Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • νοώ [νοῶ] νο-ώ ρ. (μτβ.) {νο-είς ..., -ώντας, λόγ. μτχ. νο-ών, -ούσα, -ούν | νό-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, συνήθ. μεσοπαθ.} (λόγ.) & (λαϊκό) νογάω: αντιλαμβάνομαι (με τον νου), σκέφτομαι, καταλαβαίνω. Βλ. επι~, ευ~, μετα~, ομο~, παρα~, προ~, υπο~. ● Μτχ.: νοούμενος , η, ο: που γίνεται αντιληπτός: η γλώσσα ~η ως πράξη επικοινωνίας. Τα κακώς/καλώς ~α συμφέροντα. ΣΥΝ. εννοούμενος || (κυρ. στην Κύπρο) νοουμένου ότι … (= με την έννοια/προϋπόθεση ότι …). ● ΦΡ.: νοείται (λόγ.): γίνεται, είναι νοητό: Με τον όρο μνημείο ~ κάθε στοιχείο του υλικού πολιτισμού.|| Δεν ~/δεν μπορεί να ~ηθεί (= δεν μπορεί να υπάρξει) δημοκρατία χωρίς σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων., ο νοών νοείτω (λόγ.): όποιος είναι σε θέση να καταλάβει (δηλ. έξυπνος, νοήμων), ας καταλάβει: Εγώ είπα ό,τι είχα να πω κι από 'κεί και πέρα ~ ~. ΣΥΝ. ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω, οίκοθεν νοείται (λόγ.): εννοείται, είναι αυτονόητο: ~ ~ ότι θα καταβάλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια. Πβ. εξυπακούεται. ● βλ. νοούμενο [< αρχ. νοῶ]

νοούμενο

νοούμενονο-ού-με-νο ουσ. (ουδ.) {νοουμένου} & νοούμενον: ΦΙΛΟΣ. το μη αισθητό πράγμα, αυτό που συλλαμβάνεται μόνο μέσω του νου· το υπεραισθητό: τα ~α και τα φαινόμενα (: στην καντιανή φιλοσοφία). ● ΣΥΜΠΛ.: σχήμα κατά το νοούμενο: ΦΙΛΟΛ. κατά το οποίο τα περιληπτικά ονόματα στον ρόλο του υποκειμένου συνδέονται με ρήμα στον πληθυντικό αριθμό: π.χ. Το πλήθος ούρλιαζαν (= ούρλιαζε). ● βλ. νοώ [< μτγν. νοούμενον, γερμ. Noumenon]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.