Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ντελίβερι ντε-λί-βε-ρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ντιλίβερι (προφ.): παράδοση προϊόντων κατ' οίκον, κυρ. έτοιμου φαγητού· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο γεύμα: φαστ φουντ με υπηρεσίες ~.|| Τρώει συνέχεια ~. Πβ. φαγητό σε πακέτο.|| (κ. ως επίθ.) ~ μπόι (= ντελιβεράς). Βλ. κούριερ. [< αγγλ. delivery]

κούριερ

κούριερκού-ρι-ερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ταχυμεταφορά, ταχυδιανομή: εταιρεία/υπηρεσίες ~. Αποστολή με ~ (: για γράμμα/δέμα/παραγγελία). Βλ. ντελίβερι.κούριερ (ο): ταχυμεταφορέας, ταχυδιανομέας: παράδοση του δέματος από τον ~. [< αγγλ. courier]