Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ντισκαλιφιέ ντι-σκα-λι-φιέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. αποβολή παίκτη από αγώνα μπάσκετ ή πυγμαχίας, με απόφαση των διαιτητών, λόγω αντιαθλητικής ή υβριστικής συμπεριφοράς: ~ για χτύπημα σε αντίπαλο. Τιμωρήθηκε με ~. Βλ. τεχνική ποινή. [< γαλλ. disqualifier]

τεχνική

τεχνικήτε-χνι-κή ουσ. (θηλ.) 1. το σύνολο των μεθόδων για την παραγωγή συγκεκριμένου έργου ή αποτελέσματος· κατ' επέκτ. ο τρόπος και η ικανότητα χρήσης των διαθέσιμων μέσων για την άσκηση μιας δραστηριότητας· ειδικότ. το ιδιαίτερο, προσωπικό ύφος, η τεχνοτροπία: αποτελεσματική/χρήσιμη ~. Απλές/βασικές/εφαρμοσμένες/πρακτικές/προχωρημένες/σύγχρονες/συμβατικές/ψυχολογικές ~ές. Διδακτικές/εκπαιδευτικές ~ές. ~ές μασάζ/χαλάρωσης. Οι ~ές ενός αθλήματος/χορού. ~ές πωλήσεων και επικοινωνίας. Δεν έχει μάθει ακόμα τις ~ές (: τα μυστικά) της δουλειάς.|| Η ~ της αφήγησης/της διαφήμισης/του θεάτρου/του κινηματογράφου/της φωτογραφίας. Η ~ της πειθούς. Πβ. τέχνη.|| Άριστη/άρτια ~. Επίδειξη υψηλής ~ής. Δεν έχει καλή ~. Πρέπει να βελτιώσει/δουλέψει κι άλλο την ~ του. Βλ. στρατηγική, τακτική.|| (αρνητ. συνυποδ.) Η ~ της διαστρέβλωσης/της υπεκφυγής.|| Καινούργια/μικτή ~ (στη ζωγραφική). Η ~ ενός πιανίστα/ενός συγγραφέα/μιας (καλλιτεχνικής) σχολής. Πβ. στιλ. 2. τεχνολογική εφαρμογή των επιστημονικών γνώσεων στην παραγωγή: ~ ανάλυσης/κατασκευής κτιρίων/ψηφιακής επεξεργασίας εικόνας. Η ~ της κλωνοποίησης. Πρωτοποριακές ~ές.|| Ηλιακή/συγκοινωνιακή ~. ● ΣΥΜΠΛ.: τεχνική (της) χαρτοπετσέτας βλ. χαρτοπετσέτα [< γαλλ.-αγγλ. technique, γερμ. Technik]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.