ντισκαλιφιέ ντι-σκα-λι-φιέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. αποβολή παίκτη από αγώνα μπάσκετ ή πυγμαχίας, με απόφαση των διαιτητών, λόγω αντιαθλητικής ή υβριστικής συμπεριφοράς: ~ για χτύπημα σε αντίπαλο. Τιμωρήθηκε με ~. Βλ. τεχνική ποινή. [< γαλλ. disqualifier]
τεχνική
τεχνικήτε-χνι-κή ουσ. (θηλ.) 1. το σύνολο των μεθόδων για την παραγωγή συγκεκριμένου έργου ή αποτελέσματος· κατ' επέκτ. ο τρόπος και η ικανότητα χρήσης των διαθέσιμων μέσων για την άσκηση μιας δραστηριότητας· ειδικότ. το ιδιαίτερο, προσωπικό ύφος, η τεχνοτροπία: αποτελεσματική/χρήσιμη ~. Απλές/βασικές/εφαρμοσμένες/πρακτικές/προχωρημένες/σύγχρονες/συμβατικές/ψυχολογικές ~ές. Διδακτικές/εκπαιδευτικές ~ές. ~ές μασάζ/χαλάρωσης. Οι ~ές ενός αθλήματος/χορού. ~ές πωλήσεων και επικοινωνίας. Δεν έχει μάθει ακόμα τις ~ές (: τα μυστικά) της δουλειάς.|| Η ~ της αφήγησης/της διαφήμισης/του θεάτρου/του κινηματογράφου/της φωτογραφίας. Η ~ της πειθούς. Πβ. τέχνη.|| Άριστη/άρτια ~. Επίδειξη υψηλής ~ής. Δεν έχει καλή ~. Πρέπει να βελτιώσει/δουλέψει κι άλλο την ~ του. Βλ. στρατηγική, τακτική.|| (αρνητ. συνυποδ.) Η ~ της διαστρέβλωσης/της υπεκφυγής.|| Καινούργια/μικτή ~ (στη ζωγραφική). Η ~ ενός πιανίστα/ενός συγγραφέα/μιας (καλλιτεχνικής) σχολής. Πβ. στιλ.2. τεχνολογική εφαρμογή των επιστημονικών γνώσεων στην παραγωγή: ~ ανάλυσης/κατασκευής κτιρίων/ψηφιακής επεξεργασίας εικόνας. Η ~ της κλωνοποίησης. Πρωτοποριακές ~ές.|| Ηλιακή/συγκοινωνιακή ~. ● ΣΥΜΠΛ.: τεχνική (της) χαρτοπετσέτας βλ. χαρτοπετσέτα [< γαλλ.-αγγλ. technique, γερμ. Technik]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.