Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ντουλάπα ντου-λά-πα ουσ. (θηλ.) 1. έπιπλο μεγάλων διαστάσεων, συνήθ. ορθογώνιου σχήματος, με μία ή περισσότερες πόρτες και κατάλληλη διαμόρφωση (με συρτάρια, ράφια και κρεμάστρες) για την τοποθέτηση και φύλαξη διαφόρων αντικειμένων, κυρ. ρούχων: διπλή/δίφυλλη/μεταλλική/ξύλινη/πλαστική ~. ~ες ανοιγόμενες ή συρόμενες/εντοιχιζόμενες. Η ~ της κρεβατοκάμαρας. ~ εξωτερικού χώρου. 2. (μτφ.-μειωτ. για πρόσ.) εύσωμος, σωματώδης: Ένας τύπος φαρδύς σαν ~. Πβ. φουσκωτός.|| Είχε γίνει σαν ~ (= πολύ χοντρός). ● Υποκ.: ντουλαπίτσα (η): στη σημ.1.