Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ντροπιάζω ντρο-πιά-ζω ρ. (μτβ.) {ντρόπια-σα, -σει, -στηκα, ντροπιάζ-οντας, ντροπια-σμένος} 1. προσβάλλω, εκθέτω, εξευτελίζω κάποιον: Τον ~σε μπροστά σε όλους. ~στηκε μπροστά σε όλη την τάξη. Έφυγε ~σμένος. Πβ. γελοιοποιώ, διασύρω, κατα~, ρεζιλεύω. 2. κάνω κάποιον να ντρέπεται εξαιτίας των ενεργειών μου: ~ει την οικογένειά του. Μας ~σες με τα λόγια σου! Πβ. ατιμάζω. [< μεσν. ντροπιάζω]