Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ντροπιάζω ντρο-πιά-ζω ρ. (μτβ.) {ντρόπια-σα, -σει, -στηκα, ντροπιάζ-οντας, ντροπια-σμένος} 1. προσβάλλω, εκθέτω, εξευτελίζω κάποιον: Τον ~σε μπροστά σε όλους. ~στηκε μπροστά σε όλη την τάξη. Έφυγε ~σμένος. Πβ. γελοιοποιώ, διασύρω, κατα~, ρεζιλεύω. 2. κάνω κάποιον να ντρέπεται εξαιτίας των ενεργειών μου: ~ει την οικογένειά του. Μας ~σες με τα λόγια σου! Πβ. ατιμάζω. [< μεσν. ντροπιάζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.