Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ντύσιμο ντύ-σι-μο ουσ. (ουδ.) {ντυσίμ-ατος | -ατα} 1. ενδυμασία ή τρόπος ένδυσης: άνετο/αντισυμβατικό/απλό/βραδινό/επίσημο/κάζουαλ/καλόγουστο/κλασικό/κιτς/κομψό/μοντέρνο/σπορ/στιλάτο/φανταχτερό ~. Εκκεντρικά ~ατα. Αξεσουάρ που δίνουν στιλ στο ~. Προσέχει πολύ το ~ό της. Πβ. αμφίεση, περιβολή. ΣΥΝ. ένδυση ΑΝΤ. γδύσιμο (1), ξεντύσιμο, τσιτσίδωμα 2. ΛΑΟΓΡ. τελετουργική διαδικασία κάλυψης του σώματος με ρούχα: το ~ του γαμπρού/της νύφης. 3. επένδυση, κάλυμμα: εξωτερικό/εσωτερικό ~. ~ αυτοκινήτων.|| (μτφ.) Μουσικό ~ ταινίας. ● Υποκ.: ντυσιματάκι (το)

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.