Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


νυχτερίδα

νυχτερίδανυ-χτε-ρί-δα ουσ. (θηλ.) & νυκτερίδα: ΖΩΟΛ. μικρό, νυκτόβιο θηλαστικό της τάξης των χειροπτέρων (Chiroptera), με κεφάλι σαν του ποντικιού, μικρά μάτια και λεπτή, δερμάτινη μεμβράνη που ενώνει τα μέλη του σώματός του, ώστε να μπορεί να πετά: ~ες βαμπίρ. Βλ. ηχοεντοπισμός.|| (μτφ., που μοιάζει με ~:) Γυαλιά/μανίκια ~. ● Υποκ.: νυχτεριδάκι (το), νυχτεριδούλα (η) ● ΦΡ.: έχει το κοκαλάκι της νυχτερίδας βλ. κοκαλάκι [< μεσν. νυχτερίδα, νυκτερίδα < αρχ. νυκτερίς]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.