Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • νυκτουρία νυ-κτου-ρί-α ουσ. (θηλ.) & νυχτουρία: ΙΑΤΡ. αυξημένη αποβολή ούρων κατά τη διάρκεια της νύχτας, η οποία οφείλεται σε παθολογικά αίτια: ~ λόγω νεφρικών παθήσεων. Βλ. ενούρηση, δυσ-, πολυ-, συχν-ουρία. [< γαλλ. nycturie, 1903, αγγλ. nycturia, nocturia, 1911]

ενούρηση

ενούρηση[ἐνούρηση] ε-νού-ρη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επαναλαμβανόμενη, ποικίλης αιτιολογίας, αποβολή ούρων, που εκδηλώνεται συνήθ. κατά τη διάρκεια του νυχτερινού ύπνου, σε μια ηλικία κατά την οποία το παιδί θα έπρεπε να είχε επιτύχει εκούσιο έλεγχο της ουροδόχου κύστης: πρωτοπαθής/δευτεροπαθής ~. Βλ. ακράτεια ούρων, διούρηση, εγκόπριση, νυκτουρία. [< γαλλ. énurésie, αγγλ. enuresis]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.