Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • νύφη νύ-φη ουσ. (θηλ.) {νυφών} 1. γυναίκα την ώρα του γάμου της ή νεόνυμφη ή μελλόνυμφη: μέλλουσα ~. Βλ. γαμπρός, νυφικό. 2. κοπέλα σε ηλικία γάμου ή υποψήφια σύζυγος: περιζήτητη/πλούσια/πολύφερνη ~. Ψάχνει να βρει ~. 3. {λαϊκό πληθ. νυφάδες} η γυναίκα του αδερφού ή του γιου κάποιου. ● Υποκ.: νυφούλα (η) (οικ.): (ευχετ.) Να δεις/να καμαρώσεις την κόρη σου (ντυμένη) ~! Άντε και ~!|| (μτφ.-λογοτ.) Η αμυγδαλιά ντύθηκε ~. ● ΣΥΜΠΛ.: η νύ(μ)φη του Θερμαϊκού βλ. Θερμαϊκός ● ΦΡ.: όπως η/σαν τη νύφη με την πεθερά: για να δηλωθεί ότι δύο πρόσωπα, συνήθ. γυναίκες, τσακώνονται συνέχεια: Μαλώνουν/τρώγονται ~ ~. ΣΥΝ. σαν τον σκύλο με τη γάτα, σα(ν)/αν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, (τύφλα να 'χει ο πεθερός) (παροιμ.): η διαφορετική γνώμη ή οι αντιρρήσεις τρίτων προσώπων δεν είναι ικανές να σταθούν εμπόδιο στην πραγματοποίηση της επιθυμίας των άμεσα ενδιαφερομένων., ντύνομαι γαμπρός/νύφη βλ. ντύνω, όλα του γάμου δύσκολα (κι η νύφη γκαστρωμένη) βλ. γάμος, πληρώνω τα σπασμένα/τη νύφη/το μάρμαρο βλ. πληρώνω, τα λέω στην πεθερά, για να τ' ακούσει η νύφη βλ. πεθερά [< μεσν. νύφη < αρχ. νύμφη]

γάμος

γάμοςγά-μος ουσ. (αρσ.) 1. νόμιμη ένωση συνήθ. ενός άντρα και μιας γυναίκας, που αναγνωρίζονται επίσημα ως σύζυγοι με θρησκευτική ή πολιτική τελετή και συνεκδ. η αντίστοιχη τελετή και ο ακόλουθος εορτασμός: ανοιχτός (: με πολλούς προσκεκλημένους, ΑΝΤ. κλειστός)/βασιλικός/λαμπερός/παραδοσιακός/πλούσιος/χλιδάτος ~. Πρώτος/δεύτερος/τρίτος ~. ~ συμφέροντος. ~ από έρωτα/συνοικέσιο. Κοινοί ~οι (: που τελούνται ταυτόχρονα στον ίδιο χώρο). ~ (μεταξύ) γκέι/λεσβιών/ομοφύλων. (Αν)αγγελία/βίντεο/γνωριμία/δεξίωση/δήλωση (: στο ληξιαρχείο)/δώρο/έθιμα/είδη (: νυφικά, στέφανα, λαμπάδες, μπομπονιέρες)/επέτειος/οργάνωση/πιστοποιητικό/(ληξιαρχική) πράξη/προσκλητήριο/τέλεση/τραγούδι/τραπέζι (= γλέντι)/φωτογραφίες ~ου. Είναι/βρίσκεται/έφτασε σε ηλικία ~ου. Ανακοινώνω/εμποδίζω/ευλογώ/τελώ τον ~ο. Συνάπτω ~ο. Βγάζω τις άδειες του ~ου.|| (ΝΟΜ.) Άκυρος/ανυπόστατος ~. (Δικαστική) λύση ~ου (βλ. διαζύγιο). Επίδομα ~ου. Πβ. παντρειά, πάντρεμα. Βλ. στεφάνι. 2. (συνεκδ.) έγγαμος βίος, συμβίωση συζύγων: αποτυχημένος/αταίριαστος/άτυχος/διαλυμένος/επιτυχημένος ~. Σώζω τον ~ο μου. Ατύχησε/ευτύχησε στον ~ο του. Ο ~ τους κράτησε παρά τις αντιξοότητες. H πρώτη νύχτα του ~ου. 3. ΘΕΟΛ. ένα από τα επτά μυστήρια της χριστιανικής θρησκείας, με το οποίο ευλογείται η ένωση άντρα και γυναίκας, με σκοπό την πνευματική και ηθική τους τελείωση και τη γέννηση τέκνων. 4. (μτφ.) ένωση ή συνεργασία διαφορετικών ή αντίθετων πλευρών, εταιρειών: ~ (δύο) εκδοτικών οίκων. ● ΣΥΜΠΛ.: αναγκαστικός γάμος 1. που επιβάλλεται από το οικογενειακό και το κοινωνικό περιβάλλον ή λόγω ειδικών συνθηκών (συνήθ. ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης). 2. (μτφ.) συνεργασία, συμφωνία που επιβάλλεται από κάποιες καταστάσεις: ~ ~ των επιχειρήσεων., αργυροί/χρυσοί/αδαμάντινοι γάμοι: επέτειος των 25, 50 και 60 (ή 75) χρόνων έγγαμης συμβίωσης, αντίστοιχα. Βλ. ιωβηλαίο. [< γαλλ. noces d'argent/d'or/de diamant] , θρησκευτικός γάμος: που γίνεται σύμφωνα με τον τρόπο που υπαγορεύει η θρησκεία του ζευγαριού. [< γαλλ. mariage religieux] , λευκός/εικονικός γάμος: ΝΟΜ. που γίνεται συμβατικά, για λόγους σκοπιμότητας. [< γαλλ. mariage blanc] , μικτός γάμος: που πραγματοποιείται μεταξύ ετερόθρησκων ή ετερόδοξων. [< γαλλ. mariage mixte] , πολιτικός γάμος: που τελείται (1982 κ. ε.) από εκπρόσωπο δημοτικής ή άλλης πολιτικής Αρχής, συνήθ. στο δημαρχείο. [< γαλλ. mariage civil] , λίστα γάμου βλ. λίστα, πρόταση (γάμου) βλ. πρόταση ● ΦΡ.: εκτός γάμου: έξω από τα πλαίσια της έγγαμης ζωής: σχέσεις ~ ~ (= εξωσυζυγικές). Παιδιά που γεννήθηκαν ~ ~. Πβ. εξώγαμος., εντός γάμου: που προκύπτει ή λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της έγγαμης συμβίωσης: τέκνα γεννημένα ~ ~., έρχομαι εις γάμου κοινωνία(ν) (επίσ.): παντρεύομαι., όλα του γάμου δύσκολα (κι η νύφη γκαστρωμένη) (παροιμ.): όταν υπάρχουν πολλές δυσκολίες, για να γίνει κάτι ή όταν εμφανίζεται ένα (νέο) πρόβλημα σε μια ήδη δύσκολη κατάσταση., όπου γάμος και χαρά (κι) η Βασίλω πρώτη: για πρόσωπο που παρευρίσκεται σε πολλές κοινωνικές εκδηλώσεις, συχνά για να προβληθεί., πάρ' τον στον γάμο σου να σου πει «και του χρόνου» (παροιμ.): όταν κάποιος λέει κάτι, συνήθ. αρνητικό, που δεν ταιριάζει σε συγκεκριμένη περίσταση., τα (ιερά) δεσμά του γάμου (επίσ.): ο γάμος: Ενώθηκαν με ~ ~ ενώπιον Θεού και ανθρώπων., (ο) γάμος του καραγκιόζη βλ. καραγκιόζης, ζητώ (σε γάμο) βλ. ζητώ, θα αφήσουμε/σιγά μην αφήσουμε τον γάμο να πάμε για πουρνάρια βλ. αφήνω, στον γάμο του καραγκιόζη βλ. καραγκιόζης, του Κουτρούλη ο γάμος/το πανηγύρι βλ. Κουτρούλης [< αρχ. γάμος]

γαμπρός

γαμπρόςγα-μπρός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.-λόγ.) γαμβρός 1. άνδρας που παντρεύεται ή είναι νιόπαντρος ή μελλόνυμφος· αρραβωνιαστικός. Βλ. κουμπάρος, νύφη, παρανυφάκι. 2. ο άνδρας της αδερφής ή της κόρης κάποιου. Βλ. σύγγαμπρος. 3. (ειρων.) για νεαρό άνδρα που έχει επιμελημένη εμφάνιση ή και πολλά προσόντα, με αποτέλεσμα να προκαλεί το ενδιαφέρον των κοριτσιών ή για επίδοξο, υποψήφιο μνηστήρα: περιζήτητος ~. Βλ. εργένης.|| Μοστράρει για ~. ● ΦΡ.: ντύνομαι γαμπρός/νύφη βλ. ντύνω, όρσε γαμπρέ κουφέτα βλ. όρσε, σα(ν)/αν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, (τύφλα να 'χει ο πεθερός) βλ. νύφη, στο τέλος ξυρίζουν το(ν) γαμπρό βλ. ξυρίζω [< μεσν. γαμπρός]

Θερμαϊκός

ΘερμαϊκόςΘερ-μα-ϊ-κός ουσ. (αρσ.): κόλπος του βορειοδυτικού Αιγαίου. ● ΣΥΜΠΛ.: η νύ(μ)φη του Θερμαϊκού: η Θεσσαλονίκη. [< μτγν. Θερμαϊκός]

ντύνω

ντύνωντύ-νω ρ. (μτβ.) {έντυ-σα, ντύ-σει, -θηκα, -θεί, ντύν-οντας, ντυ-μένος} 1. βάζω σε κάποιον ρούχα ή τον βοηθώ να τα βάλει: ~ το παιδί. Τον ~σε με κασκόλ και παλτό. ΣΥΝ. ενδύω ΑΝΤ. γδύνω (1), ξεντύνω, τσιτσιδώνω 2. ράβω ρούχα για κάποιον ή τον προμηθεύω με είδη ρουχισμού: Ποιος σχεδιαστής την ~ει; Μαγαζί που ~ει τη γυναίκα, τον άνδρα, το παιδί. 3. καλύπτω, επενδύω: ~σαν το πάτωμα με πλακάκια. Τοίχοι ~μένοι με ξύλο.|| (μτφ.) Καλαίσθητα έπιπλα ~ουν όμορφα τον χώρο. ~σε με τη μουσική του την ταινία. Πράξεις ~μένες με τον μανδύα της νομιμότητας. ● Παθ.: ντύνομαι 1. βάζω τα ρούχα μου: ~εται μόνος του. ~μένος απλά/βαριά/γιορτινά/ελαφρά/εξεζητημένα/επίσημα/ζεστά/κομψά/πρόχειρα/συντηρητικά. ~μένος με κουστούμι και γραβάτα/με πολιτικά/με στολή (βλ. άντυτος, καλο-, κακο-ντυμένος). ΑΝΤ. γδύνομαι.|| ~εται σε μοδίστρα (= ράβεται)/στο εξωτερικό (: αγοράζει τα ρούχα του από εκεί).|| Ξέρει να ~θεί (: να φορέσει τα κατάλληλα ρούχα για κάθε περίσταση).|| (προφ.) ~θηκε ναύτης/φαντάρος (: κατατάχθηκε στις Ένοπλες Δυνάμεις). 2. (ειδικότ.) μεταμφιέζομαι: ~θηκε αρλεκίνος/κλόουν. Τι θα ~θείς τις Απόκριες; ● ΦΡ.: καλύτερα να τον ντύνεις, παρά να τον ταΐζεις: για κάποιον που συνηθίζει να τρώει πολύ: Τρώει τον αγλέουρα, ~ ~!, ντύνομαι γαμπρός/νύφη: παντρεύομαι: Ετοιμάζεται να ~θεί ~., ντύνομαι στα λευκά & στα άσπρα 1. (για γυναίκα) παντρεύομαι. 2. {στο γ' πρόσ.} καλύπτεται με χιόνι: Στα λευκά ~θηκαν πολλές περιοχές της χώρας. 3. {στο γ' πρόσ.} (λογοτ., κυρ. για αμυγδαλιά) ανθίζει., ντύνω/ντύνομαι στα (+ συγκεκριμένο χρώμα): ~θηκε στα μαύρα (= πενθεί)., ντύνομαι στα/στο χακί βλ. χακί [< μεσν. ντύνω < αρχ. ἐνδύω, γαλλ. habiller]

πεθερά

πεθεράπε-θε-ρά ουσ. (θηλ.): η μητέρα του/της συζύγου κάποιας/κάποιου: γαμπρός/νύφη και ~. Βλ. πεθερός, συμπέθερος. ● Υποκ.: πεθερούλα (η) ● ΦΡ.: κακιά πεθερά (μειωτ.): για γκρινιάρη, δύστροπο άνθρωπο: Σαν ~ ~ κάνεις/συμπεριφέρεσαι!, τα λέω στην πεθερά, για να τ' ακούσει η νύφη (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι μια παρατήρηση, υπόδειξη, διαταγή ή παράπονο απευθύνεται σε τρίτο πρόσωπο, ώστε να γίνει αντιληπτό και από τον άμεσα ενδιαφερόμενο ή θιγόμενο. Βλ. υπαινικτική αναφορά., όπως η/σαν τη νύφη με την πεθερά βλ. νύφη, σ' αγαπάει η πεθερά σου βλ. αγαπώ [< μεσν. πεθερά < αρχ. πενθερά]

πληρώνω

πληρώνωπλη-ρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πλήρω-σα, πληρώ-σει, -θηκα (λόγ. μτχ. πληρω-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, πληρών-οντας, πληρω-μένος} & (λαϊκό) πλερώνω 1. καταβάλλω συνήθ. χρήματα, σε αντάλλαγμα για την αγορά προϊόντος, την παροχή υπηρεσίας, την εξόφληση χρέους ή αμείβω: ~ το εισιτήριο. Δεν χρειάζεται να ~σεις, κερνάω εγώ. Αγόρασε τόσα πράγματα, χωρίς να ~σει (δεκάρα/τίποτα) (= τζάμπα). ~ει όσο όσο, προκειμένου να αποκτήσει ... ~σε τα μαλλιά της κεφαλής του/τα μαλλιοκέφαλά του. Η παραγγελία θα ~θεί κατά την παράδοση.|| Το επίδομα ~εται αναδρομικά. ~θηκε (= εξοφλήθηκε) ένα μέρος από το ποσό.|| Την ~σαν/~θηκε αδρά/ψίχουλα. ~εται με το κομμάτι/με την ώρα. Δεν ~εται αυτά που δικαιούται/όσο θα έπρεπε/τις υπερωρίες. Βλ. ακριβο~, κακο~, καλο~, μοσχο~, ξανα~, προ~, χρυσο~, πληρω-θείς, -μένος, -τέος. ΑΝΤ. εισπράττω (1) 2. (μτφ.) υφίσταμαι τις συνέπειες: ~σε (ακριβά) την απειρία/την άρνησή/τις άστοχες επιλογές του. ~ει τα επίχειρα της επιπολαιότητάς του/το τίμημα της δόξας.|| (+ για) ~σε για τα εγκλήματά/τις πράξεις του (= τιμωρήθηκε). 3. δωροδοκώ, εξαγοράζω: Τους ~σαν για να μη μιλήσουν. Πβ. λαδώνω, χρηματίζω. 4. ανταποδίδω: Μια δουλειά που δεν ~εται με τίποτα/όσα και να δώσεις. ΣΥΝ. ξεπληρώνω (2) ● ΦΡ.: θα μου το πληρώσεις! (προφ.): θα σε εκδικηθώ: ~ ~ (ακριβά) (γι') αυτό που μου έκανες!, όλα εδώ πληρώνονται/εδώ πληρώνονται όλα: όλοι κάποια στιγμή στη ζωή τους τιμωρούνται για ό,τι κακό έκαναν. ΣΥΝ. εδώ είναι η κόλαση, εδώ και ο παράδεισος, πληρώνω (τα) κερατιάτικα/γαμησιάτικα (αργκό): επωμίζομαι άδικη ή υπερβολική οικονομική χρέωση: Εκείνος προκάλεσε το ατύχημα κι εγώ θα ~ ~; Βλ. κοροϊδίστικα λεφτά., πληρώνω τα σπασμένα/τη νύφη/το μάρμαρο (μτφ.-προφ.): πληρώνω τη ζημιά ή υφίσταμαι τις επιπτώσεις από σφάλματα ή παραλείψεις άλλων, βρίσκω τον μπελά μου χωρίς να φταίω., πληρώνω αμαρτίες βλ. αμαρτία, πληρώνω κάποιον με το ίδιο νόμισμα βλ. νόμισμα, πληρώνω κάποιον/κάτι χρυσό βλ. χρυσός [< μεσν. πληρώνω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.