Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • νύχι νύ-χι ουσ. (ουδ.) {νυχ-ιού | -ιών} 1. καθεμία από τις σκληρές, κεράτινες προστατευτικές πλάκες που αναπτύσσονται στο άκρο κάθε δαχτύλου των χεριών και των ποδιών του ανθρώπου: η ρίζα του ~ιού. Βαμμένα (βλ. ασετόν, μανό)/βρόμικα/εύθραυστα/καθαρά/κίτρινα/κομμένα/μακριά/σπασμένα/τετραγωνισμένα/τεχνητά/φαγωμένα ~ια. Λίμα/περιποίηση/σκληρυντικό/ψαλιδάκι ~ιών (βλ. μανικιούρ, πεντικιούρ). Λευκά στίγματα/μύκητες στα ~ια. Ξύνω με το ~ μου. Τρώει τα ~ια του (βλ. ονυχοφαγία). ΣΥΝ. όνυχας1 (1) 2. καθένα από τα αντίστοιχα μυτερά και γαμψά κεράτινα περιβλήματα των ποδιών στα πτηνά και ορισμένα θηλαστικά· χηλή, οπλή: Η γάτα γδέρνει τον καναπέ με τα ~ια της. Ο αετός άρπαξε τον λαγό με τα δυνατά του ~ια.|| (μτφ.) Τα ~ια της εξουσίας (βλ. σαγόνι). 3. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε έχει αντίστοιχο σχήμα: το ~ της άγκυρας/ζάντας. ● Μεγεθ.: νυχάρα (η) ● ΦΡ.: (πατώ/περπατώ) στα νύχια (των ποδιών): προσπαθώντας να μην κάνω θόρυβο (για να μη με αντιληφθούν). Πβ. στις μύτες (των ποδιών)., είναι νύχι-κρέας/σαν το νύχι με το κρέας (προφ.): για πρόσωπα που έχουν πολύ στενή σχέση ή για καταστάσεις που συνδέονται άμεσα: Είναι συνέχεια μαζί, σαν το ~ ~. Πβ. κώλος και βρακί, φηλί-κλειδί.|| Οικονομική κρίση και ανεργία είναι ~ ~., με νύχια και με δόντια (μτφ.): με όλες μου τις δυνάμεις, με πάθος: Αγωνίστηκαν/αμύνθηκαν/αντιστάθηκαν/πάλεψαν ~ ~., όποιος δεν έχει νύχια να ξυστεί ... & αλίμονο σ' αυτόν που δεν έχει νύχια να ξυστεί (παροιμ.): αλίμονο σε αυτόν που δεν μπορεί να στηριχτεί στις δυνάμεις του., στα/από τα νύχια κάποιου (μτφ.): στην/από την παγίδα: Έπεσε στα ~ εκβιαστών/εμπόρων του λευκού θανάτου.|| Γλίτωσε/ξέφυγε από τα ~ του., τρώει τα νύχια του για καβγά & (σπάν.) ξύνει τα νύχια του για καβγά (παροιμ.): ψάχνει να βρει αφορμή να τσακωθεί, είναι οξύθυμος., ακονίζουν τα μαχαίρια βλ. ακονίζω, από την κορυφή ως τα νύχια βλ. κορυφή, δείχνει τα δόντια/τα νύχια (του) βλ. δόντι, θα/να μυρίσω τα δάχτυλά μου/τα νύχια μου; βλ. μυρίζω ● βλ. νυχάκι [< μεσν. νύχι(ν), γαλλ. ongle, αγγλ. nail]
  • νυχιά νυ-χιά ουσ. (θηλ.) 1. (προφ.) γρατζουνιά από νύχι. 2. (προφ.) ελάχιστη ποσότητα: μια ~ κανέλα. Πβ. πρέζα. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. {στον πληθ.} είδος εγχάρακτης διακόσμησης σε κεραμικά κυρ. ευρήματα: αγγεία με ~ιές. [< μεσν. ονυχέα]

ασετόν

ασετόν[ἀσετόν] α-σε-τόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ακετόνη, κυρ. ως ξεβαφτικό νυχιών. [< γαλλ. acétone]

δόντι

δόντιδό-ντι ουσ. (ουδ.) {δοντ-ιού | -ιών} 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. καθένα από τα οστεοειδή όργανα, εμφυτευμένα στις φατνίες των γνάθων, τα οποία προορίζονται για τη μάσηση της τροφής και την άρθρωση των φθόγγων: κούφιο/σάπιο/στραβό/χαλασμένο/χρυσό ~. Η ρίζα, ο αυχένας και η μύλη του ~ιού (: τα τρία μέρη του). Ο πολφός του ~ιού (: οδοντική θηλή). Εξαγωγή/θήκη/στεφάνη/σφράγισμα ~ιού. Αραιά/ίσια/καλοσχηματισμένα/κοφτερά/τεχνητά ~ια. Αστραφτερά/λαμπερά ~ια (βλ. χαμόγελο). Τα τριανταδύο μόνιμα ~ια του ανθρώπου (: τέσσερις κοπτήρες, δύο κυνόδοντες, τέσσερις προγόμφιοι, έξι γομφίοι σε κάθε γνάθο). Η αδαμαντίνη/οδοντίνη/οστεΐνη των ~ιών. Τα ούλα των ~ιών. Νόσοι/φλεγμονές των ~ιών (: τερηδόνα, ουλίτιδα). Ανατολή/κιτρίνισμα των ~ιών. Υγιεινή/φροντίδα των ~ιών (: βούρτσισμα, καθαρισμός, λεύκανση, φθορίωση). Καθημερινή περιποίηση των ~ιών (με οδοντόκρεμα, οδοντικό νήμα, αντισηπτικό στόματος). Ασβέστιο για γερά ~ια. Πονάει το ~ μου (: έχω πονόδοντο). Του τρόχισε το ~ (: ο οδοντίατρος). Του λείπει ένα ~ (βλ. φαφούτης). Πλένω τα ~ια μου. Κόβω (κάτι) με τα ~ια (βλ. δαγκώνω, μασώ).|| (για παιδί:) Του κουνιέται το ~. Άλλαξε ~ια. Βλ. οδοντοστοιχία, τραπεζίτης, φρονιμίτης.|| (για ζώο) ~ια λύκου/σκύλου. Σαρκοφάγο ψάρι με ισχυρά ~ια. ΣΥΝ. οδούς 2. (κατ' επέκτ.) αιχμηρή προεξοχή αντικειμένου και γενικότ. καθετί που μοιάζει με δόντι: τα ~ια του τροχού/της τσατσάρας. Βλ. τόρμος. ● Υποκ.: δοντάκι (το) (οικ.): Το μωρό έβγαλε τα πρώτα του ~ια.|| Μαχαίρι/πριόνι με ~ια (= οδοντωτό). ● Μεγεθ.: δοντάρα (η), δοντάρες (οι) ● ΣΥΜΠΛ.: νεογιλά δόντια βλ. νεογιλός ● ΦΡ.: δείχνει τα δόντια/τα νύχια (του) (μτφ.): επιδεικνύει τη δύναμή του: ~ ~ απειλητικά. Η Επιτροπή έδειξε ~ της, επιβάλλοντας υψηλό πρόστιμο., δεν είναι για τα δόντια του (μτφ.-προφ.): για τις δυνατότητές του, για τις δυνάμεις του., έβγαλε το χρυσό δοντάκι (μτφ.-προφ.): (για μικρό συνήθ. παιδί) μετέλαβε, κοινώνησε., έχει (γερό/μεγάλο) δόντι (μτφ.-προφ.): έχει μέσον, γνωριμίες. Πβ. βύσμα, έχει άκρες, έχει (γερές) πλάτες., μέσα από τα δόντια (του) (μτφ.-προφ.): χωρίς να ακούγεται καθαρά τι λέει: Μουρμούρισε/ψέλλισε/ψιθύρισε κάτι ~ ~ (συνήθ. θυμωμένος)., μιλάω/τα λέω έξω από τα δόντια: με παρρησία, με απόλυτη ειλικρίνεια, χωρίς φόβο και περιστροφές: Είναι αποφασισμένος να τα πει/να μιλήσει ~ ~, ακόμα κι αν στενοχωρήσει μερικούς. Πβ. απερίφραστα, ορθά-κοφτά, σταράτα., πονάει δόντι, βγάζει μάτι (παροιμ.): σε περιπτώσεις που ο τρόπος αντιμετώπισης μιας προβληματικής κατάστασης είναι εντελώς ακατάλληλος: Προσπαθούν να λύσουν τα προβλήματα με τη μέθοδο του ~ ~., πονάει το δοντάκι του (μτφ.-προφ.): είναι ερωτευμένος., ακονίζω τα δόντια μου βλ. ακονίζω, γλίτωσα/σώθηκα/μ' έσωσε απ' του χάρου τα δόντια βλ. χάρος, ήλιος με δόντια βλ. ήλιος, με νύχια και με δόντια βλ. νύχι, οπλισμένος/αρματωμένος σαν αστακός βλ. αστακός, πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι & πονάει δόντι, βγάζει δόντι βλ. κεφάλι, σου χαρίζουν γάιδαρο και τον κοιτάς στα δόντια βλ. χαρίζω, σφίγγω το στόμα/τα δόντια/τα χείλη βλ. σφίγγω, τρίζω τα δόντια (σε κάποιον) βλ. τρίζω [< μεσν. δόντι(ο)ν < μτγν. ὀδόντιον < αρχ. ὀδούς]

κορυφή

κορυφήκο-ρυ-φή ουσ. (θηλ.) & (προφ.) κορφή 1. το πιο ψηλό σημείο· ειδικότ. βουνοκορφή: ~ δέντρου/κεφαλιού/κτιρίου/κύματος/σελίδας. (ΒΟΤ.) ~ βλαστού (: η τρυφερή άκρη του). ΑΝΤ. βάση.|| Απότομη/γυμνή/επιβλητική/χιονισμένη/η ψηλότερη ~. ~ λόφου. Κατάκτηση μιας ~ής. Ανάβαση στην ~. Πβ. κορφοβούνι. Βλ. πλαγιά. 2. (μτφ.) το ανώτερο σημείο κλίμακας, ιεραρχίας: η μοναξιά της ~ής. Μάχη για την/πτώση από την ~. Ανεβαίνω/επιστρέφω/στοχεύω/συνεχίζω/φτάνω στην ~. Αμετάβλητη παρέμεινε η ~ της βαθμολογίας. Κατακτώ/πιάνω την ~ της επιτυχίας. Σταθερά στην ~. Πβ. Έβερεστ, ρετιρέ.|| (συνεκδ.-προφ., για πρόσ.) Είναι/θεωρείται ~ στον τομέα του (: ο καλύτερος, κορυφαίος· πβ. διάνοια, ιδιο-, μεγαλο-φυΐα). 3. ΓΕΩΜ. (σε πολύγωνο ή πολύεδρο) το σημείο όπου τέμνονται πλευρές ή ακμές και το οποίο βρίσκεται απέναντι από την πλευρά ή έδρα που θεωρείται βάση του: ~ κώνου/πυραμίδας/τριγώνου.κορυφής: που γίνεται σε επίπεδο αρχηγών ή γενικότ. υψηλά ιστάμενων προσώπων: συμφωνία/συνάντηση/συνδιάσκεψη/συνεργασία/σύνοδος ~ (: ηγεσίας κρατών). ● Υποκ.: κορυφούλα & κορφούλα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: κορυφή γωνίας: ΓΕΩΜ. το σημείο όπου ενώνονται οι δύο πλευρές της., Ευρωπαϊκό Συμβούλιο & (Ευρωπαϊκό) Συμβούλιο Κορυφής βλ. συμβούλιο, η κορυφή του παγόβουνου βλ. παγόβουνο, κατά κορυφήν γωνίες βλ. γωνία ● ΦΡ.: από την κορυφή ως τα νύχια & (προφ.) απ' την κορφή ως τα νύχια & (σπάν.-λόγ.) από κορυφής έως/μέχρις ονύχων: σε όλο το σώμα, παντού: Με κοιτούσε ~ ~ (: από πάνω μέχρι κάτω). Ακτινοβολούσε/έγινε μούσκεμα/έσταζε ~ ~. Πβ. πατόκορφα.|| Αλλαγές ~ ~., από την κορυφή ως τον πάτο βλ. πάτος, από την Πόλη έρχομαι και στην κορ(υ)φή κανέλα βλ. κανέλα [< 1: αρχ. κορυφή 2,3: γαλλ. sommet, αγγλ. summit]

μανικιούρ

μανικιούρμα-νι-κιούρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. αισθητική περιποίηση των χεριών, κυρ. των νυχιών, συνήθ. από επαγγελματία: γαλλικό ~. Κάνω ~. Βλ. ονυχοπλαστική, πεντικιούρ. 2. (συνεκδ.) περιποιημένα νύχια: κομψό/τέλειο ~.|| (ειρων.) Σιγά μη σπάσει/χαλάσει το ~! [< γαλλ. manucure, 1967, αγγλ. manicure]

μυρίζω

μυρίζωμυ-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μύρι-σα, μυρί-στηκα, -σμένος, μυρίζ-οντας} 1. αντιλαμβάνομαι μέσω της όσφρησης: ~ ένα άρωμα/τα λουλούδια/το φαγητό. Η μύτη μου είναι μπουκωμένη και δεν ~ τίποτα. Αστυνομικός σκύλος ~σε ναρκωτικά. ΣΥΝ. οσμίζομαι (1), οσφραίνομαι (1) 2. αναδίδω συγκεκριμένη μυρωδιά: ~ει θυμάρι/λιβάνι/μούχλα. ~σε άνοιξη/βροχή. Τα ψάρια είναι πολύ φρέσκα, ~ουν θάλασσα. Τι όμορφα που ~ει (= ευωδιάζει, μοσχοβολά)! Μου ~σε γουρουνόπουλο. ~ει (σαν) κάτι να καίγεται.|| Οι μασχάλες/τα πόδια/το χνότα σου ~ουν (= βρομάνε). Η ανάσα του ~ει σκόρδο. Το δωμάτιο ~ει άσχημα, άνοιξε τα παράθυρα.|| Τα αβγά θα έχουν ~σει (= μπαγιατέψει, χαλάσει) μετά από τόσο καιρό. Το κρέας ~σε (= αλλοιώθηκε).μυρίζει (μτφ.): υπάρχει η αίσθηση ότι κάτι, συνήθ. δυσάρεστο ή ύποπτο, συμβαίνει, προμηνύεται, αναμένεται: (Η υπόθεση) ~ απάτη/παγίδα.|| ~σε εκλογές/Χριστούγεννα. ● Παθ.: μυρίζομαι (προφ.) 1. αντιλαμβάνομαι μέσω της όσφρησης κάποιον ή κάτι, συνήθ. κρυφό: Η γάτα ~στηκε τα ψάρια. Θα μας ~στεί το σκυλί, αν μπούμε μέσα. 2. (μτφ.) υποπτεύομαι, υποψιάζομαι ότι συμβαίνει κάτι: ~ σκάνδαλο/φασαρίες. Μας ~στηκαν. Καλά το ~στηκα εγώ, το ένστικτό μου δεν με γελά. Πβ. δι-, προ-αισθάνομαι, ψυλλιάζομαι, παίρνω χαμπάρι/είδηση/πρέφα/μυρωδιά.|| (ποδοσφαιρική αργκό) Ο παίκτης ~εται το γκολ (: είναι ικανός στο σκοράρισμα). ● ΦΡ.: θα/να μυρίσω τα δάχτυλά μου/τα νύχια μου; (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί ότι δεν μπορώ να αντιληφθώ, να καταλάβω ή να προβλέψω κάτι, γιατί δεν έχω επαρκή στοιχεία: Κι εγώ πού θες να το ξέρω, να ~ ~; Πβ. ψυχανεμίζομαι., κάτι βρομά(ει)/μυρίζει μπαρούτι βλ. μπαρούτι, με τον κρίνο βλ. κρίνος, ο ένας/η μία/το ένα του βρομάει (και) ο άλλος/η άλλη/το άλλο του μυρίζει/του ξινίζει βλ. βρομώ, ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει βλ. Φλεβάρης, πέρσι κάηκε, φέτος μύρισε/πέρσι ψόφησε, φέτος βρόμησε βλ. πέρυσι, το χρήμα δεν μυρίζει/τα λεφτά δεν μυρίζουν βλ. χρήμα [< μεσν. μυρίζω]

νυχάκι

νυχάκινυ-χά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) μικρό νύχι και ειδικότ. το νύχι του μικρού δαχτύλου του χεριού. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποικιλία ρυζιού. Βλ. καρολίνα, μπασμάτι, πιλάφι. ● ΦΡ.: δεν τον φτάνεις/δεν του μοιάζεις ούτε στο νυχάκι/(μικρό του) δαχτυλάκι/δάχτυλο βλ. δάχτυλο ● βλ. νύχι

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.