Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • ξάδερφος, ξαδέρφη ξά-δερ-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {ξαδέρφ-ου | ξαδέρφια (τα) κ. ξάδερφοι (οι)} & (λόγ.) ξάδελφος, ξαδέλφη: ο γιος ή η κόρη της θείας ή του θείου κάποιου: πρώτος (: το παιδί αδελφού, πρωτοξάδελφος)/δεύτερος (: το παιδί πρώτου ξαδέλφου)/τρίτος (: το παιδί δεύτερου ξαδέλφου) ~. ● Υποκ.: ξαδερφούλης, ξαδερφούλα & ξαδελφούλης, ξαδελφούλα (ο/η) [< μτγν. ἐξάδελφος ‘ανιψιός, πρώτος εξάδελφος’, ἐξαδέλφη]