Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ξίφος ξί-φος ουσ. (ουδ.): όπλο χειρός με μεταλλική λεπίδα και χειρολαβή: αιχμηρό/μακρύ/σιδερένιο/χάλκινο/χρυσό ~. Θήκη/λαβή ~ους. Ιαπωνικά/κυρτά ~η. Τα ~η των ιπποτών. Πβ. σπάθη, σπαθί. Βλ. ξιφολόγχη.|| (ως εξάρτημα στρατιωτικής στολής:) ~ αξιωματικού. Απονομή ~ών.|| (ΑΘΛ.) ~ ασκήσεως. Ηλεκτρικό ~ μονομαχίας. Μάσκα, γάντια και ~ (: το ειδικό όπλο του αγωνίσματος της ξιφασκίας).|| (μτφ.) Ακονίζουν τα ~η τους για τις εκλογές (: ενόψει αναμέτρησης, κόντρας). ● Υποκ.: ξιφίδιο (το): Βλ. -ίδιο. ● ΦΡ.: διασταύρωσαν τα ξίφη τους βλ. διασταυρώνω [< αρχ. ξίφος, αγγλ. sword]

διασταυρώνω

διασταυρώνωδι-α-σταυ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {διασταύρω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος, διασταυρών-οντας, διασταυρ-ούμενος} 1. ΒΙΟΛ. δημιουργώ μικτό είδος φυτού ή ζώου (με στόχο την καλλιέργεια, εκτροφή), τεχνητά ή φυσικά, μέσω του συνδυασμού των γονιδίων από διαφορετικές ποικιλίες ή ράτσες: ~ουμε διάφορα είδη καλαμποκιού/σιταριού.|| (μτφ.) Στο έργο του ~ει θέματα από τη λαϊκή παράδοση και την ιστορία. Πβ. διαπλέκω. 2. (μτφ.) επιβεβαιώνω, ελέγχω, συγκρίνω: ~ γεγονότα/ειδήσεις/στοιχεία. ~σε την ακρίβεια/αλήθεια όσων έμαθε. ~μένες: πηγές/πληροφορίες. 3. (σπάν.) τοποθετώ συνήθ. δύο αντικείμενα σε σχήμα σταυρού ή Χ: ~μένοι: ιμάντες. ~μένα: πόδια. ● Παθ.: διασταυρώνομαι: (για δρόμο, γραμμή) συναντιέται, τέμνεται σε κάποιο σημείο κάθετα ή διαγώνια: ~εται ισόπεδα με τη λεωφόρο. Οι γραμμές του μετρό ~ονται σε δύο σταθμούς.|| (συναντιέμαι με κάποιον ή κάτι, συνήθ. καθώς κινούμαστε προς διαφορετικές κατευθύνσεις:) ~θήκαμε στην είσοδο της πολυκατοικίας.|| (μτφ.) ~ονται οι ζωές/μοίρες/πορείες κάποιων. Στην περιοχή αυτή ~θηκαν ποικίλα πολιτιστικά ρεύματα. ● ΦΡ.: διασταυρώνονται τα βλέμματά μας & οι ματιές μας (μτφ.): κοιτάζει στιγμιαία ο ένας τον άλλο στα μάτια., διασταύρωσαν τα ξίφη τους & τα πυρά τους (μτφ.): (κυρ. σε πολιτική διαμάχη) ήρθαν σε οξεία αντιπαράθεση, σύγκρουση: Kυβέρνηση και αντιπολίτευση ~ ~ στη Bουλή για το μεταναστευτικό πρόβλημα. [< μτγν. διασταυρῶ ‘περιφράσσω με πασσάλους’, γαλλ. croiser]

-ίδιο

-ίδιο{-ιδίου | -ιδίων} (λόγ.): υποκοριστικό επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών: αγαλματ~/εικον~/κρατ~/κυστ~/ογκ~/σακ~/σταγον~/φιαλ~.|| (με μείωση ή απώλεια της υποκοριστικής σημ.:) Bακτηρ~/γον~.

ξιφολόγχη

ξιφολόγχηξι-φο-λόγ-χη ουσ. (θηλ.): φορητή λόγχη κατάλληλη για προσαρμογή στην άκρη της κάννης διαφόρων όπλων: στρατιωτική ~. [< γαλλ. sabre-baïonnette]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.