ξίφος ξί-φος ουσ. (ουδ.): όπλο χειρός με μεταλλική λεπίδα και χειρολαβή: αιχμηρό/μακρύ/σιδερένιο/χάλκινο/χρυσό ~. Θήκη/λαβή ~ους. Ιαπωνικά/κυρτά ~η. Τα ~η των ιπποτών. Πβ. σπάθη, σπαθί. Βλ. ξιφολόγχη.|| (ως εξάρτημα στρατιωτικής στολής:) ~ αξιωματικού. Απονομή ~ών.|| (ΑΘΛ.) ~ ασκήσεως. Ηλεκτρικό ~ μονομαχίας. Μάσκα, γάντια και ~ (: το ειδικό όπλο του αγωνίσματος της ξιφασκίας).|| (μτφ.) Ακονίζουν τα ~η τους για τις εκλογές (: ενόψει αναμέτρησης, κόντρας). ● Υποκ.: ξιφίδιο (το):Βλ. -ίδιο. ● ΦΡ.: διασταύρωσαν τα ξίφη τους βλ. διασταυρώνω [< αρχ. ξίφος, αγγλ. sword]
διασταυρώνω
διασταυρώνωδι-α-σταυ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {διασταύρω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος, διασταυρών-οντας, διασταυρ-ούμενος} 1. ΒΙΟΛ. δημιουργώ μικτό είδος φυτού ή ζώου (με στόχο την καλλιέργεια, εκτροφή), τεχνητά ή φυσικά, μέσω του συνδυασμού των γονιδίων από διαφορετικές ποικιλίες ή ράτσες: ~ουμε διάφορα είδη καλαμποκιού/σιταριού.|| (μτφ.) Στο έργο του ~ει θέματα από τη λαϊκή παράδοση και την ιστορία. Πβ. διαπλέκω.2. (μτφ.) επιβεβαιώνω, ελέγχω, συγκρίνω: ~ γεγονότα/ειδήσεις/στοιχεία. ~σε την ακρίβεια/αλήθεια όσων έμαθε. ~μένες: πηγές/πληροφορίες.3. (σπάν.) τοποθετώ συνήθ. δύο αντικείμενα σε σχήμα σταυρού ή Χ: ~μένοι: ιμάντες. ~μένα: πόδια. ● Παθ.: διασταυρώνομαι: (για δρόμο, γραμμή) συναντιέται, τέμνεται σε κάποιο σημείο κάθετα ή διαγώνια: ~εται ισόπεδα με τη λεωφόρο. Οι γραμμές του μετρό ~ονται σε δύο σταθμούς.|| (συναντιέμαι με κάποιον ή κάτι, συνήθ. καθώς κινούμαστε προς διαφορετικές κατευθύνσεις:) ~θήκαμε στην είσοδο της πολυκατοικίας.|| (μτφ.) ~ονται οι ζωές/μοίρες/πορείες κάποιων. Στην περιοχή αυτή ~θηκαν ποικίλα πολιτιστικά ρεύματα. ● ΦΡ.: διασταυρώνονται τα βλέμματά μας & οι ματιές μας (μτφ.): κοιτάζει στιγμιαία ο ένας τον άλλο στα μάτια., διασταύρωσαν τα ξίφη τους & τα πυρά τους (μτφ.): (κυρ. σε πολιτική διαμάχη) ήρθαν σε οξεία αντιπαράθεση, σύγκρουση: Kυβέρνηση και αντιπολίτευση ~ ~ στη Bουλή για το μεταναστευτικό πρόβλημα. [< μτγν. διασταυρῶ ‘περιφράσσω με πασσάλους’, γαλλ. croiser]
-ίδιο
-ίδιο{-ιδίου | -ιδίων} (λόγ.): υποκοριστικό επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών: αγαλματ~/εικον~/κρατ~/κυστ~/ογκ~/σακ~/σταγον~/φιαλ~.|| (με μείωση ή απώλεια της υποκοριστικής σημ.:) Bακτηρ~/γον~.
ξιφολόγχη
ξιφολόγχηξι-φο-λόγ-χη ουσ. (θηλ.): φορητή λόγχη κατάλληλη για προσαρμογή στην άκρη της κάννης διαφόρων όπλων: στρατιωτική ~. [< γαλλ. sabre-baïonnette]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.