Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ξαφνικός , ή, ό ξαφ-νι-κός επίθ.: απρόβλεπτος, αναπάντεχος: ~ός: γάμος/έρωτας/θάνατος/θόρυβος/πόνος/πυρετός. ~ή: αδιαθεσία/αλλαγή/άνοδος/βλάβη/βροχή/εμφάνιση/μείωση (των επιτοκίων)/παραίτηση/πτώση. ~ό: ενδιαφέρον/μπουρίνι/πρόβλημα/ταξίδι.|| (για πρόσ.) ~ός: επισκέπτης. Πβ. απροειδοποίητος. ΑΝΤ. αναμενόμενος ● Ουσ.: ξαφνικό (το): απρόσμενο γεγονός: Πώς και αυτό το ~; (: τι ευχάριστη έκπληξη).|| Τι ήταν αυτό το ~ (: το κακό, η λαχτάρα) που μας βρήκε; Πβ. δυστυχία, συμφορά. ● επίρρ.: ξαφνικά: ΣΥΝ. αίφνης (1), άξαφνα, ξάφνου ● ΦΡ.: ήρθε/ήταν ξαφνικό: για κάτι που δεν το περιμένει κάποιος: Μου ήρθε κάπως ~ (: απότομα), σαν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν ~ για όλους μας και δεν ξέραμε πώς να αντιδράσουμε., στα ξαφνικά: απροσδόκητα, αιφνίδια: Τι πάθατε όλοι (έτσι) ~ ~; [< μεσν. ξαφνικός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.