ξαφνικός , ή, ό ξαφ-νι-κός επίθ.: απρόβλεπτος, αναπάντεχος: ~ός: γάμος/έρωτας/θάνατος/θόρυβος/πόνος/πυρετός. ~ή: αδιαθεσία/αλλαγή/άνοδος/βλάβη/βροχή/εμφάνιση/μείωση (των επιτοκίων)/παραίτηση/πτώση. ~ό: ενδιαφέρον/μπουρίνι/πρόβλημα/ταξίδι.|| (για πρόσ.) ~ός: επισκέπτης. Πβ. απροειδοποίητος. ΑΝΤ. αναμενόμενος ● Ουσ.: ξαφνικό (το): απρόσμενο γεγονός: Πώς και αυτό το ~; (: τι ευχάριστη έκπληξη).|| Τι ήταν αυτό το ~ (: το κακό, η λαχτάρα) που μας βρήκε; Πβ. δυστυχία, συμφορά. ● επίρρ.: ξαφνικά: ΣΥΝ. αίφνης (1), άξαφνα, ξάφνου ● ΦΡ.: ήρθε/ήταν ξαφνικό: για κάτι που δεν το περιμένει κάποιος: Μου ήρθε κάπως ~ (: απότομα), σαν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν ~ για όλους μας και δεν ξέραμε πώς να αντιδράσουμε., στα ξαφνικά: απροσδόκητα, αιφνίδια: Τι πάθατε όλοι (έτσι) ~ ~; [< μεσν. ξαφνικός]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.