Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ξαφρίζω ξα-φρί-ζω ρ. (μτβ.) {ξάφρι-σα, -σω, -σμένος, ξαφρίζ-οντας} (προφ.) 1. (συνήθ. σε συνταγές) αφαιρώ τον αφρό που σχηματίζεται από κάτι που βράζει: ~ουμε το κρέας. 2. (μτφ.) κλέβω: ~σε κοσμήματα αξίας ... ευρώ. Πβ. αρπάζω, βουτώ, σουφρώνω.|| Μου ~σε (= άδειασε) τις τσέπες. ● ΦΡ.: αφρίζει ξαφρίζει βλ. αφρίζω [< 1: μτγν. ἐξαφρίζω]

αφρίζω

αφρίζω[ἀφρίζω] α-φρί-ζω ρ. (αμτβ.) {άφρι-σα, -σμένος, αφρίζ-οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} 1. (για υγρό ή υλικό) βγάζω αφρούς ή φυσαλίδες: Η θάλασσα ~ει. Τα απορρυπαντικά/τα σαπούνια ~ουν, όταν έρθουν σε επαφή με το νερό. Οι παγωμένες μπίρες ~σαν στα ποτήρια. ~σμένα: κύματα. ~οντα: ύδατα. Βλ. ξαφρίζω. 2. (για έμψυχο) βγάζω αφρούς από το στόμα και (συνήθ. μτφ.) οργίζομαι, παραφέρομαι: ~σε από τον θυμό του. Πβ. αφηνιάζω, λυσσώ, μανιάζω, σκυλιάζω. ● ΦΡ.: αφρίζει ξαφρίζει (προφ.): για αποτυχημένη επιλογή, που είναι κάποιος αναγκασμένος να δεχτεί: ~ ~, τώρα το αγοράσαμε!, σκάω/αφρίζω/λυσσάω απ' το κακό μου βλ. κακό [< αρχ. ἀφρίζω, γαλλ. écumer]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.