ξαφρίζω ξα-φρί-ζω ρ. (μτβ.) {ξάφρι-σα, -σω, -σμένος, ξαφρίζ-οντας} (προφ.) 1. (συνήθ. σε συνταγές) αφαιρώ τον αφρό που σχηματίζεται από κάτι που βράζει: ~ουμε το κρέας.2. (μτφ.) κλέβω: ~σε κοσμήματα αξίας ... ευρώ. Πβ. αρπάζω, βουτώ, σουφρώνω.|| Μου ~σε (= άδειασε) τις τσέπες. ● ΦΡ.: αφρίζει ξαφρίζει βλ. αφρίζω [< 1: μτγν. ἐξαφρίζω]
αφρίζω
αφρίζω[ἀφρίζω] α-φρί-ζω ρ. (αμτβ.) {άφρι-σα, -σμένος, αφρίζ-οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} 1. (για υγρό ή υλικό) βγάζω αφρούς ή φυσαλίδες: Η θάλασσα ~ει. Τα απορρυπαντικά/τα σαπούνια ~ουν, όταν έρθουν σε επαφή με το νερό. Οι παγωμένες μπίρες ~σαν στα ποτήρια. ~σμένα: κύματα. ~οντα: ύδατα. Βλ. ξαφρίζω.2. (για έμψυχο) βγάζω αφρούς από το στόμα και (συνήθ. μτφ.) οργίζομαι, παραφέρομαι: ~σε από τον θυμό του. Πβ. αφηνιάζω, λυσσώ, μανιάζω, σκυλιάζω. ● ΦΡ.: αφρίζει ξαφρίζει (προφ.): για αποτυχημένη επιλογή, που είναι κάποιος αναγκασμένος να δεχτεί: ~ ~, τώρα το αγοράσαμε!, σκάω/αφρίζω/λυσσάω απ' το κακό μου βλ. κακό [< αρχ. ἀφρίζω, γαλλ. écumer]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.